Eνημέρωση (briefing) πολιτικών συντακτών από τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπo 13 Δεκεμβρίου 2016

Ενημέρωση των πολιτικών συντακτών και των ανταποκριτών ξένου τύπου από τον Υπουργό Επικρατείας και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Δημήτρη Τζανακόπουλο

Μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού από τη Βουλή, έχουν πλέον τεθεί οι στόχοι και έχουν μπει οι βάσεις για την ελληνική οικονομία το 2017.

Ο Πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση έκλεισε το σενάριο των πρόωρων εκλογών. Ξεκαθάρισε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν πρόκειται να παραδώσει τη χώρα και την κοινωνία στους πρόθυμους.

Επίσης έχουμε ήδη καταστήσει σαφές ότι οι βουλευτές της πλειοψηφίας δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να προστεθούν σε όσους από την αντιπολίτευση μείζονα και ελάσσονα απεργάζονται σενάριο αυξημένης πλειοψηφίας για την ψήφιση επιπλέον μέτρων.

Η θέση της κυβέρνησης ήταν είναι και θα είναι κατηγορηματική: Δεν θα αποδεχτεί τη νομοθέτηση μέτρων μετά το πέρας του προγράμματος.

Κατά τη συζήτηση μπήκαν με σαφήνεια οι διαχωριστικές πολιτικές και ιδεολογικές γραμμές μεταξύ της κυβέρνησης και της ΝΔ.

Από τη μια το σχέδιο της κυβέρνησης για την υπεράσπιση της κοινωνικής πλειοψηφίας, το κλείσιμο της β΄ αξιολόγησης με αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ώστε από την ανάκαμψη να επωφεληθούν κυρίως οι εργαζόμενοι.

Από την άλλη το σχέδιο του Κου Μητσοτάκη που επιδιώκει την διακοπή των διαπραγματεύσεων και την αποσταθεροποίηση ώστε να επιβάλει ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας χρεώνοντας το στην σημερινή κυβέρνηση.

Το σχέδιο του όμως θα καταρρεύσει όπως κατέρρευσε κατά τη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή και το success story που προσπάθησε το τελευταίο διάστημα να νεκραναστήσει το επικοινωνιακό επιτελείο της ΝΔ.

Καθώς αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου είχε δεσμεύσει τη χώρα για πρωτογενή πλεονάσματα με μέσο όρο 4% μέχρι το 2030.

Όσον αφορά τις εξελίξεις στη διαπραγμάτευση, η ελληνική κυβέρνηση και οι εκπρόσωποι των θεσμών θα συναντηθούν σήμερα. Θα συνεχίσουν τη συζήτηση από εκεί που σταμάτησε.

Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης, παραμένει σταθερή στα ήδη γνωστά ζητήματα των εργασιακών και των δημοσιονομικών στόχων. Αμετάβλητη παραμένει η πάγια θέση της ελληνικής κυβέρνησης για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων στη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Το ίδιο ισχύει και για τα δημοσιονομικά, στα οποία αναφέρθηκε εκτενέστατα ο Υπουργός Οικονομικών στη Βουλή αλλά και ο Πρωθυπουργός επαναλαμβάνοντας ότι δεν γίνονται αποδεκτά νέα μέτρα μετά τη λήξη του προγράμματος.

Ένα σχόλιο είναι απαραίτητο όμως για τη στάση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου αλλά και το χθεσινό άρθρο των κυρίων Τόμσεν και Ομπσφελντ.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται εκεί το Ταμείο δεν επιθυμεί περαιτέρω λιτότητα και υπερασπίζεται πλεονάσματα 1,5% για μετά τη λήξη του προγράμματος.

Προξενεί όμως απορία το γεγονός ότι την ίδια στιγμή οι δύο αξιωματούχοι αυτοαναιρούμενοι αναφέρουν ότι θα αποδεχτούν τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων για 3,5% πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και ότι θα απαιτήσουν νέα μέτρα λιτότητας καθώς εκτιμούν ότι οι προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίζεται το Πρόγραμμα είναι υπεραισιόδοξες.

Οι εκτιμήσεις τους όμως είναι λανθασμένες ενώ οι πληροφορίες που αναφέρουν είναι ψευδείς.

Σε ότι αφορά ειδικά τις εκτιμήσεις να θυμίσω:

Το 2010 το Ταμείο προέβλεπε ότι η ελληνική οικονομία θα επανέλθει στην ανάπτυξη με ρυθμούς 1,1% το 2012, ενώ τελικά η ελληνική οικονομία τότε παρουσίασε ύφεση 6,6%

Στη συνέχεια, το 2013 ήλθε η ομολογία εκ μέρους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι είχε κάνει λάθος στους πολλαπλασιαστές.

Έτσι για το 3ο Πρόγραμμα αντέστρεψε πλήρως την τακτική του και εγκαινίασε μια τακτική καταστροφολογικών προβλέψεων οι οποίες έχουν και πάλι όλες διαψευστεί.

Σας θυμίζω ότι για το 2015 προέβλεπε πρωτογενές έλλειμμα ενώ η ελληνική οικονομία πέτυχε πλεόνασμα 0,2%

Για το 2016 προέβλεπε πάλι έλλειμμα και βαθειά ύφεση ενώ η ελληνική οικονομία όχι μόνο υπεραποδίδει στους στόχους για πρωτογενές πλεόνασμα αλλά είναι πολύ πιθανό η χρονιά να κλείσει ακόμη και με θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη.

Και τα δεδομένα όμως που επικαλείται το άρθρο για την ελληνική οικονομία είναι ψευδή. Συγκεκριμένα ούτε το 50% των νοικοκυριών εξαιρείται από τη φορολογία ούτε οι καταβαλλόμενες συντάξεις έχουν ύψος αντίστοιχο με αυτές που καταβάλλονται από ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αντίθετα όπως αναφέρει σε σημερινό του άρθρο απάντησης ο Υπουργός Οικονομικών κύριος Ευκλείδης Τσακαλώτος οι δαπάνες της Ελλάδας για συντάξεις και άλλα επιδόματα βρίσκονται στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ και στο 52%. Την ίδια στιγμή το 45% των συνταξιούχων λαμβάνει σύνταξη κάτω από 665 Ευρώ που αποτελεί το όριο της φτώχειας ενώ πάνω από 4 εκατομμύρια Έλληνες αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Μάλλον λοιπόν το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι οι φοροαπαλλαγές και οι υψηλές συντάξεις.

Το ΔΝΤ λοιπόν οφείλει να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα αλλά και απέναντι στην διεθνή κοινότητα επιμένοντας στην ανάγκη για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 1,5% για μετά τη λήξη του προγράμματος και βελτιώνοντας την τεχνοκρατική του επάρκεια σε ότι αφορά τις προβλέψεις του.

Αναφορικά με το πρόγραμμα του Πρωθυπουργού, γνωρίζετε ότι βρίσκεται στη Νίσυρο από όπου σε λίγη ώρα θα ανακοινώσει σειρά παρεμβάσεων που σχετίζονται με τη νησιωτική πολιτική ενώ στη συνέχεια θα μεταβεί στην Τήλο.
Αύριο θα βρεθεί τη Θεσσαλονίκη, όπου θα πραγματοποιήσει σειρά συσκέψεων ενώ στη συνέχεια θα αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες ώστε

Ο Πρωθυπουργός, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής θα έχει σειρά επαφών, μεταξύ άλλων, με τον Πρόεδρο της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μάρτιν Σουλτς, τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και τον Ολλανδό Πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε.

Την Παρασκευή, ο Πρωθυπουργός θα μεταβεί στο Βερολίνο, όπου θα συναντηθεί με την Καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ. Η ατζέντα της συνάντησης περιλαμβάνει το προσφυγικό, τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και τις σχέσεις ανάμεσα στην ΕΕ και την Τουρκία. Στο περιθώριο της συνάντησης αναμένεται να συζητήσουν και θέματα που άπτονται της διαπραγμάτευσης. Σας παραπέμπω άλλωστε και στις σχετικές ανακοινώσεις της εκπροσώπου της Γερμανικής Κυβέρνησης, κ. Ντέμερ.

Τέλος, το Σάββατο ο Πρωθυπουργός θα απευθύνει χαιρετισμό στο Συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που διεξάγεται στη γερμανική πρωτεύουσα.
Παρακαλώ τις ερωτήσεις σας:

ΣΒΕΡΚΟΣ: Κύριε υπουργέ, είχαμε σήμερα μια δήλωση από την υπουργό Εργασίας την κυρία Αχτσιόλου –μπαίνω στο θέμα των εργασιακών- η οποία επεσήμανε ότι είναι διστακτικοί οι εκπρόσωποι της Κομισιόν να υποστηρίξουν το ευρωπαϊκό κεκτημένο στα εργασιακά, απέναντι στο ΔΝΤ. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε ότι αυτή τη στιγμή βρίσκεται η Ελλάδα στο σκέλος των εργασιακών, που είναι κομβικό για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης, ότι βρίσκεται μόνη απέναντι στις απαιτήσεις των υπόλοιπων δανειστών; Ευχαριστώ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Ελλάδα –όπως έχουμε πει αρκετές φορές και από αυτό εδώ το βήμα- δεν είναι καθόλου μόνη απέναντι στις απαιτήσεις του ΔΝΤ για τη μη αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αλλά και για την αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων. Αντιθέτως, πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έχουν, κατά το προηγούμενο διάστημα, δηλώσει τη συμπαράσταση και τη συμφωνία τους με τις θέσεις της ελληνικής πλευράς. Σας θυμίζω εξάλλου ότι η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν είναι απλώς μια εμμονή της Αριστεράς, ιδεοληπτική μάλιστα, όπως τη χαρακτήρισε ο κ. Μητσοτάκης πριν από λίγο καιρό, αλλά αντιθέτως αποτελεί πυλώνα του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Με αυτή την έννοια, σας λέω ότι στις διαπραγματεύσεις έχουμε στο πλάι μας, εκτός από πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους και την ίδια την ευρωπαϊκή παράδοση. Αναμένουμε, λοιπόν, η β΄ αξιολόγηση να κλείσει με μια συμφωνία, η οποία θα περιλαμβάνει και την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, ο κ. Τόμσεν έδειξε ως υπεύθυνο για τη λιτότητα τον Πρωθυπουργό, καθώς το ΔΝΤ κατά καιρούς έχει παραδεχθεί ότι έχει κάνει λάθη στα προγράμματα τα οποία έχουμε εφαρμόσει στη χώρα μας. Η κυβέρνηση τι λέει; Τι απαντάει στον κ. Τόμσεν;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Νομίζω ότι το σύνολο της εισαγωγικής μου τοποθέτησης απαντά στο ερώτημά σας. Τώρα, σε ό,τι αφορά το τι ισχυρίζεται ο κ. Τόμσεν, για το ποιος ευθύνεται για τη λιτότητα, νομίζω ότι είναι κάτι περισσότερο από πασιφανές. Η πορεία του ελληνικού προγράμματος, οι διαπραγματεύσεις του 2015, είναι γνωστά σε όλους, ιστορικά δεδομένα πλέον. Ο τρόπος με τον οποίο καταλήξαμε στα πλεονάσματα του 3,5% για το 2018 είναι επίσης γνωστά. Νομίζω ότι καλό θα ήταν αντί ο κ. Τόμσεν να δείχνει τον Έλληνα Πρωθυπουργό ως υποτιθέμενα υπεύθυνο για την εφαρμογή της πολιτικής της λιτότητας να επιμείνει με παρρησία στη θέση του Ταμείου για την ανάγκη μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018 στο 1,5%.

ΓΚΑΝΤΩΝΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε στην εισαγωγική σας τοποθέτηση ότι η κυβέρνηση, για άλλη μια φορά δηλαδή είπατε, δεν πρόκειται να δεχθεί νομοθέτηση μέτρων για μετά το 2018. Αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζεστε να δεσμευθείτε με κάποιο άλλο τρόπο ενδεχομένως;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η ελληνική κυβέρνηση θα προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις, έτσι ώστε να κλείσει η β΄ αξιολόγηση χωρίς νομοθέτηση νέων μέτρων. Από εκεί και πέρα, για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή από το 2019, το θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων είναι ένα ανοιχτό θέμα και σχετίζεται με τη συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα για το χρέος. Όταν η συζήτηση για τα μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος καταλήξει θα έχουμε και την αντίστοιχη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τη ρύθμιση του χρέους.

ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, επειδή υπάρχει μια απόλυτη σύγχυση σε σχέση με τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης για τη συμμετοχή του ΔΝΤ και γενικότερα τις θέσεις που διατυπώνει. Από τη μια εσείς κατηγορείτε τη ΝΔ να πάρει ξεκάθαρη θέση σε σχέση με το ΔΝΤ, η θέση της ελληνικής κυβέρνησης -για να ξεκαθαρίσει και λίγο το τοπίο- ποια είναι; Να φύγει; Να μείνει; Να το χρησιμοποιήσουμε το ΔΝΤ a la cart; Μπορείτε να μας δώσετε μια ξεκάθαρη απάντηση;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν έχω την ίδια άποψη με εσάς, ότι δηλαδή υπάρχει σύγχυση σε ό,τι αφορά τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης για το ΔΝΤ. Η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί, βεβαίως, την παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει στην απαίτηση για τη λήψη νέων μέτρων. Αυτό το οποίο λέει η ελληνική κυβέρνηση είναι απολύτως καθαρό: Το ΔΝΤ οφείλει να επιμείνει στη θέση που πολλάκις έχει εκφράσει, ότι είναι αναγκαία η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 1,5% από το 2019 και μετά. Δεν καταλαβαίνω, λοιπόν, για ποιο λόγο θεωρείτε ότι υπάρχει σύγχυση σε ό,τι αφορά τη θέση της ελληνικής κυβέρνησης. Τώρα, σε ό,τι αφορά ειδικά τον κ. Μητσοτάκη δεν του ζητάμε απλώς να πάρει θέση για το τι λέει σε ό,τι αφορά το ΔΝΤ. Του ζητάμε να πάρει θέση για το αν συμφωνεί ή διαφωνεί με την απαίτηση του ΔΝΤ για επιπλέον μέτρα, ώστε να επιτευχθεί –με βάση φυσικά τις προβλέψεις του ΔΝΤ- το πρωτογενές πλεόνασμα του 3,5% που υποτίθεται ότι ισχύει για το 2019. Συμφωνεί με αυτή την τοποθέτηση ο κ. Μητσοτάκης; Αυτό είναι το απλό ερώτημα που του απευθύνει η κυβέρνηση.

ΜΑΝΗ: Κύριε Εκπρόσωπε, το ορόσημο της 5ης Δεκεμβρίου χάθηκε- για το κλείσιμο της αξιολόγησης εννοώ- και όλα δείχνουν ότι μέχρι το τέλος του χρόνου δεν θα έχουμε κατάληξη, ει δυνατόν, είχατε πει και εσείς στο προηγούμενο briefing. Η κυβέρνηση βάζει deadline για το κλείσιμο της αξιολόγησης με βασικό επιχείρημα την ένταξη στο QE. Νομίζω ότι η 1η αξιολόγηση διήρκησε κάτι μήνες. Ξεκίνησε από τον Γενάρη και τελείωσε η ιστορία τον Μάιο. Το deadline της κυβέρνησης ποιο είναι;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Δεν θεωρώ ότι το ορόσημο του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου χάθηκε. Αντιθέτως, την 5η Δεκεμβρίου λήφθηκε η απόφαση για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος, στην οποία δεν έχουμε δώσει –κατά τη γνώμη μου- όση προσοχή της αρμόζει. Το δεύτερο είναι ότι καταγράφηκε με πάρα πολύ μεγάλη σαφήνεια η μεγάλη πρόοδος η οποία έχει γίνει σε ό,τι αφορά την τεχνική συμφωνία μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών. Σήμερα, όπως ξέρετε, επιστρέφουν οι θεσμοί στην Ελλάδα. Ξαναξεκινούν οι συναντήσεις. Επομένως, θεωρώ ότι είναι εφικτό στην περίπτωση βεβαίως που υπάρχει βούληση από όλες τις πλευρές να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας να έχουμε ένα έγκαιρο κλείσιμο της αξιολόγησης, αν όχι πριν το τέλος του χρόνου, τουλάχιστον εντός των πρώτων ημερών του νέου χρόνου.

ΖΟΡΜΠΑ: Κύριε Εκπρόσωπε, είπατε και στην εισαγωγική σας τοποθέτηση και τώρα απαντώντας σχετικά με το ΔΝΤ, ότι επιθυμείτε την παραμονή του μεν, αλλά το καλείτε να διορθώσει, να επιμείνει στο πλεόνασμα του 1,5%. Ωστόσο, στο κοινό άρθρο που δημοσιεύθηκε χθες, το ΔΝΤ λέει ότι ακόμη και με 1,5% πλεόνασμα θα απαιτηθούν νέες παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό και φορολογικό. Και επ’ αυτού μια υποερώτηση: Ποια λύση απεμπλοκής βλέπετε, αν επιμείνει η ελληνική πλευρά στη θέση της και αν το ΔΝΤ στις δικές του, προκειμένου να συμμετάσχει στο πρόγραμμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις του ΔΝΤ για παρεμβάσεις στο φορολογικό και το συνταξιοδοτικό, νομίζω ότι επίσης απάντησα στην εισαγωγική μου τοποθέτηση. Σας είπα ότι αυτά τα οποία επικαλείται το ΔΝΤ για να στηρίξει τη θέση του ή τουλάχιστον οι δύο αξιωματούχοι του ΔΝΤ, για να στηρίξουν τη θέση τους, σε ό,τι αφορά τις αναγκαίες παρεμβάσεις, τις υποτιθέμενα αναγκαίες παρεμβάσεις σε συνταξιοδοτικό και φορολογικό, στηρίζονται σε ανακριβή στοιχεία. Αυτό το οποίο μας είπαν, χθες στο άρθρο τους, ο κ. Τόμσεν και ο κ. Όμπστεφελντ, είναι ότι: Πρώτον, οι συντάξεις που δίνονται από την ελληνική κυβέρνηση βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις συντάξεις που δίνονται από τις πιο εύρωστες ευρωπαϊκά οικονομίες. Σας απαντώ, λοιπόν, ότι η δαπάνη του ελληνικού Δημοσίου για τις συντάξεις βρίσκεται στο 70% του μέσου όρου της Ε.Ε. Και στο 52% των αντίστοιχων δαπανών στη Γερμανία. Σε ό,τι αφορά, δε, το δεύτερο ζήτημα, ότι χρειάζεται μια διεύρυνση της φορολογικής ύλης γιατί δήθεν τα ελληνικά νοικοκυριά δεν πληρώνουν τους φόρους που θα έπρεπε, σας λέω ότι αυτή τη στιγμή 4 εκατομμύρια Έλληνες βρίσκονται κάτω ή κινδυνεύουν να πέσουν κάτω από το όριο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Και αυτό είναι το πρώτο στοιχείο. Το δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με την ανεργία, η οποία παρά το γεγονός ότι από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι σήμερα έχει μειωθεί κατά περίπου 4 μονάδες είναι ακόμη απαράδεκτα υψηλή. Βρίσκεται στο 23%. Επομένως, σε μια οικονομία η οποία αντιμετωπίζει μια τέτοια κατάσταση σε ό,τι αφορά όχι μόνο τις κοινωνικές παροχές, αλλά και το ύψος των μισθών, και τη φοροδοτική ικανότητα των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, δεν μπορεί να ζητείται σε καμία περίπτωση από το ΔΝΤ να πληρώσουν τα βάρη της κρίσης τα ίδια κοινωνικά στρώματα, τα οποία επί 8 συναπτά έτη πληρώνουν. Θεωρούμε ότι πρέπει να αλλάξει το μίγμα πολιτικής, όπως εξάλλου δεκάδες φορές έχει τονισθεί από πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους στο παρελθόν.

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ:
 Κύριε υπουργέ, ακούγοντάς σας, διαπιστώνω ότι όλα αυτά που λέτε είναι ένα διάγγελμα, περίπου, κατά του ΔΝΤ και των όσων λέει. Αποδομείτε όλη την επιχειρηματολογία με την οποία ο Τόμσεν και ο συνεργάτης του -εν πάση περιπτώσει- επιχείρησαν να τοποθετήσουν τα πράγματα με το άρθρο τους. Γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν λέει καθαρά -γιατί δεν πιστεύω να υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αλλάξουν αυτές οι θέσεις μονομιάς- ότι δεν θέλει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα; Και σας ρωτώ ευθέως: Θα πάει ο Αλέξης Τσίπρας να κάνει πολιτική διαπραγμάτευση. Θα πάει μεθαύριο την Παρασκευή στην κ. Μέρκελ κλπ. Θα είναι αυτό ένα από τα στοιχεία που θα βάλει στο τραπέζι; Δηλαδή, ότι δεν χρειάζεται το ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Γιατί δεν το λέτε αυτό; Αλλά λέτε για παράδειγμα -σημείωσα νωρίτερα- επιθυμείτε την παραμονή του ΔΝΤ, αλλά χωρίς μέτρα. Μα, δεν γίνεται αυτό. Ευχαριστώ.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:
 Δεν θα υπαγορεύσετε εσείς στην ελληνική κυβέρνηση ποια θέση θα έχει σε ό,τι αφορά το ΔΝΤ. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης για το ΔΝΤ είναι απολύτως σαφής. Θέλουμε την παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα. Δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχθούμε τα μέτρα τα οποία ζητάει. Συστήνουμε, λοιπόν, να επιμείνει στην αρχική του θέση για ανάγκη μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 1,5% ενόψει της λήξης του προγράμματος και για την περίοδο μετά το 2019.

ΑΝΤΖΟΛΕΤΟΣ:
 Κύριε Εκπρόσωπε, θα ήθελα να μου πείτε εάν υπήρξε κάποια ενόχληση στο Μέγαρο Μαξίμου, στην κυβέρνηση, από αυτά που είπε ο κύριος Παρασκευόπουλος και σχετικά με τη σημαία, αλλά και σχετικά με τη Χρυσή Αυγή.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:
 Δεν υπάρχει θέμα παραίτησης του κυρίου Παρασκευόπουλου και θέλω να είμαι σαφής από την αρχή, απολύτως ξεκάθαρος σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ο κύριος Παρασκευόπουλος εξέφρασε τις προσωπικές του απόψεις. Σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της σημαίας, πρέπει να σας ξεκαθαρίσω ότι δεν υπάρχει κανένας σχεδιασμός εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης για αλλαγή, για τροποποίηση του σχετικού άρθρου του ποινικού κώδικα. Σε ό,τι αφορά τις δηλώσεις του για τη Χρυσή Αυγή, νομίζω ότι ο κύριος Παρασκευόπουλος έχει προχωρήσει στις αναγκαίες διευκρινίσεις. Αυτό, όμως, που θέλω να σχολιάσω είναι ότι θα ήταν εξαιρετικά προβληματικό για την Ελληνική Δημοκρατία, αλλά και για οποιαδήποτε δημοκρατία, να στερούσε από τον οποιοδήποτε βουλευτή ή ακόμη και πολίτη, τη δυνατότητά του να εκφράζει με ελευθερία και παρρησία την άποψή του.

ΤΣΙΓΟΥΡΗΣ:
 Κύριε Εκπρόσωπε, δύο πράγματα θέλω να ρωτήσω. Αφενός, διακρίνει κανείς μία απόσταση ανάμεσα στην τοποθέτηση του υπουργού Οικονομικών, ότι «αναζητούμε έναν συμβιβασμό στα επίμαχα θέματα» και στο «δεν δέχομαι κανένα νέο μέτρο για την περίοδο μετά τη λήξη του προγράμματος». Εάν εσείς πιστεύετε ότι αυτά τα δύο είναι ταυτόσημα ή όχι, θα ήθελα να μου το διευκρινίσετε. Και ένα δεύτερο είναι, το εάν η κυβέρνηση έχει ένα εναλλακτικό σχέδιο για την περίπτωση όπου η διαπραγμάτευση αυτή, παρότι έχουμε τη βούληση και εμείς και οι εταίροι και οι δανειστές δεν καταστεί τελικά εφικτό να οδηγήσει σε λύση. Θυμίζω ότι αυτά δεν είναι ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Θυμίζω ότι είναι ένα σενάριο που βγήκε μέσα από την πραγματικότητα την περασμένη χρονιά, όπου όλοι -εάν πιστέψουμε τις επίσημες δηλώσεις- είχαν τη βούληση να βρεθεί λύση και να καταλήξουμε σε συμφωνία. Εάν λοιπόν το ΔΝΤ επιμείνει στη λήψη μέτρων, εάν για οποιονδήποτε άλλο λόγο έχουμε ναυάγιο στις διαπραγματεύσεις, πώς μπορεί η κυβέρνηση να αποκλείει το ενδεχόμενο εκλογών ή με βάση ποιον άλλο εναλλακτικό σχεδιασμό μπορεί να μιλά για αποφυγή του σεναρίου των εκλογών. Τι θα γίνει, δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση; Θυμίζω ότι στην περασμένη συνάντηση Μέρκελ-Τσίπρα στο Βερολίνο και πάλι συζητούντο οι λανθασμένες εκτιμήσεις του ΔΝΤ για το ύψος των συντάξεων στην Ελλάδα.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:
 Σε τι να πρωτοαπαντήσει κανείς τώρα. Έχουμε πει, με κάθε δυνατό τρόπο, ότι η ελληνική κυβέρνηση εργάζεται για να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να κλείσουμε εγκαίρως τη δεύτερη αξιολόγηση. Θεωρούμε ότι αυτό το σημείο ισορροπίας θα βρεθεί. Και οι λόγοι που μας οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα είναι πάρα πολλοί. Σχετίζονται με τη γενική, οικονομική και πολιτική αστάθεια που επικρατεί στην Ευρώπη και στηρίζονται στο γεγονός ότι κανένας αυτή τη στιγμή, ούτε στη διεθνή κοινότητα ούτε, πολύ περισσότερο, στην Ευρώπη, δεν επιθυμεί μια αναζωπύρωση της ελληνικής κρίσης. Γι’ αυτό τον λόγο σας λέω ότι, όπως έκλεισε η πρώτη αξιολόγηση με ένα σημείο ισορροπίας στο οποίο όλοι, με κάποιον τρόπο, ήταν ευχαριστημένοι, θεωρούμε πως θα κλείσει και η δεύτερη αξιολόγηση και πολύ σύντομα θα βρεθεί ένα τέτοιο σημείο ισορροπίας. Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά τα σενάρια των εκλογών, σας ξαναείπα και στην εισαγωγική μου τοποθέτηση – το επαναλαμβάνω για τρίτη φορά- ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση η ελληνική κυβέρνηση να παραδώσει τη χώρα και την κοινωνία στη «συμμαχία των προθύμων».

ΑΛΕΙΦΕΡΟΠΟΥΛΟΣ:
 Κύριε Εκπρόσωπε, οι συζητήσεις της Αθήνας με τους θεσμούς επανακκινούν σήμερα από μάλλον μία αρνητική θέση. Και το λέω αυτό γιατί η κυβέρνηση επιρρίπτει σοβαρές ευθύνες στην πλευρά του ΔΝΤ και καλεί και την Κομισιόν, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κομμάτι των εργασιακών, να έρθει πιο κοντά στο ευρωπαϊκό κεκτημένο. Από την πλευρά του, βέβαια, ο κύριος Τσακαλώτος χθες είπε ότι υπάρχει ανάγκη να ρίξουμε λίγο νερό στο κρασί μας, αρκεί το κρασί μας να πίνεται. Και θέλω να σας ρωτήσω, με δεδομένο ότι η κυβέρνηση θα κινηθεί στα πλαίσια των κόκκινων γραμμών που έχει θέσει, αλλά χωρίς να κάνει άλλες υποχωρήσεις, ποιο θα είναι το νερό στο κρασί, για παράδειγμα, εάν επιμείνει το ΔΝΤ στο αφορολόγητο; Θα είναι 7.000 ευρώ αντί για 5.000 που ζητάνε; Υπάρχουν τέτοιου είδους ζητήματα, με πρόθεση της κυβέρνησης να κλείσει τη διαπραγμάτευση μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου. Υπάρχει στόχευση για κάποια μέτρα; Είναι ο κόφτης μία λύση; Η συνέχεια ενός μηχανισμού δημοσιονομικής διόρθωσης;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Αυτή τη στιγμή δεν έχουν καν ξεκινήσει οι επίσημες συναντήσεις με τους θεσμούς. Επομένως, περιμένουμε να δούμε ποια θα είναι η αντίδραση και των ευρωπαϊκών θεσμών, αλλά και του ΔΝΤ, στις επίσημες διαδικασίες της διαπραγμάτευσης και από εκεί και πέρα, σας έχω ξαναπεί, ότι εμείς ξεκινάμε με πολύ συγκεκριμένες διαπραγματευτικές θέσεις. Οι διαπραγματευτικές αυτές θέσεις λένε ότι: Πρώτον -και σ’ αυτό είμαστε απολύτως ανυποχώρητοι- δεν συζητάμε τη συγκεκριμενοποίηση και τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου νομοθετικά για μετά το 2018, για μετά τη λήξη του προγράμματος. Δεύτερον, επιμένουμε ότι είναι απολύτως αναγκαία η αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων έτσι ώστε να ευθυγραμμιστεί η χώρα μας με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και θεωρούμε ότι το ΔΝΤ οφείλει επιτέλους να βάλει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης και να μην δηλώνει απλώς δημόσια την απαίτησή του ή εν πάση περιπτώσει την άποψή του, ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα οφείλουν μετά τη λήξη του προγράμματος να μειωθούν στο 1,5%. Αφού όλα αυτά μπορέσουν να συζητηθούν, έχω την άποψη ότι θα μπορέσουμε να βρούμε και το απαραίτητο εκείνο σημείο ισορροπίας με το οποίο θα κλείσουμε τη δεύτερη αξιολόγηση.

ΑΝΤΩΝΙΟΥ:
 Κύριε Εκπρόσωπε, υπάρχει ένα δημοσίευμα του Spiegel, σύμφωνα με το οποίο η Frontex είναι έτοιμη να αναπτύξει δυνάμεις στα σύνορα της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ, με προοπτική επέκτασης αυτών των μέτρων και στα σύνορα με την Αλβανία. Θέλω να μου πείτε, εάν ισχύει αυτό το δημοσίευμα, έχει και λεπτομέρειες ότι έχουν έρθει άνθρωποι σε συνεργασία με τις ελληνικές Αρχές, έχουν κάνει επισκόπηση εκεί, έχουν βρει χώρους που θα εγκατασταθούν και λοιπά και αν αυτό επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι υπάρχει έντονη ανησυχία για κατάρρευση της συμφωνίας Ε.Ε. – Τουρκίας και τι συνεπάγεται αυτό για την Ελλάδα; Έναν εγκλωβισμό σε περίπτωση που οι ροές αυξηθούν εκ νέου μεγάλου αριθμού προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της αύξησης των προσφυγικών ροών, αυτή δεν επιβεβαιώνεται από την εικόνα που έχουμε τις τελευταίες ημέρες, αντίθετα με διάφορα κινδυνολογικά ή καταστροφολογικά δημοσιεύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας λίγες ημέρες πριν. Αντιθέτως, οι ροές παραμένουν κοντά στους μέσους όρους, οι οποίοι παρατηρήθηκαν από τον Μάρτιο του 2016 και μετά όταν όπως ξέρετε ότι μπήκε σε ισχύ η συμφωνία μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας για το θέμα της διαχείρισης των προσφυγικών ροών. Βεβαίως, υπάρχει προβληματισμός σε σχέση με τις σχετικές δηλώσεις που κατά καιρούς έχουν γίνει από τη μεριά της τουρκικής ηγεσίας, όμως πρέπει να γνωρίζετε –και νομίζω ότι το γνωρίζουν όλοι- ότι η ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με την Ευρώπη, αλλά και σε συνεργασία με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές δουλεύει στην κατεύθυνση για την όσο το δυνατόν πιστότερη εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ε.Ε. και της Τουρκίας. Αυτή είναι, εξάλλου, και η μοναδική γραμμή, η οποία μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την προσφυγική κρίση, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά στο σύνολο των εμπλεκομένων χωρών.
Σε ό,τι αφορά το δημοσίευμα του Spiegel, θα μου επιτρέψετε να μην σχολιάσω δημοσιεύματα, τα οποία σχετίζονται εξάλλου και με ζητήματα ασφάλειας των συνόρων.

ΒΙΤΑΛΗΣ: Επειδή αναφερθήκατε στις συναντήσεις που θα έχει ο Πρωθυπουργός τις επόμενες ημέρες και ειδικότερα στη συνάντησή του με την κυρία Μέρκελ που είπατε ότι θα συζητήσει και το Κυπριακό και τη σχέση Ε.Ε.-Τουρκίας, θέλω να ρωτήσω, λοιπόν, εάν πηγαίνοντας για το νέο κύκλο διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, υπάρχει καθορισμός πια του ραντεβού του κ. Τσίπρα με τον κ. Ερντογάν και δεύτερον, ως συνέχεια της ερώτησης της κυρίας Αντωνίου, συζητά αυτή τη στιγμή η ελληνική πλευρά ένα εναλλακτικό σχέδιο αναφορικά με το Προσφυγικό με την Ευρώπη, σε περίπτωση που υπάρξει πρόβλημα με τη συμφωνία;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, έχουμε πολλάκις πει ότι θεωρούμε τη διμερή συνάντηση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της πολυμερούς συνάντησης, η οποία έχει οριστεί στις 12 Ιανουαρίου, στη Γενεύη. Περισσότερες πληροφορίες, αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να σας δώσω. Συνεχίζονται οι διπλωματικές επαφές και θεωρώ ότι πολύ σύντομα θα μπορέσουμε να ανακοινώσουμε συγκεκριμένα πράγματα.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, ούτε για την Ευρώπη, ούτε για την Ελλάδα, αλλά ούτε και για την Τουρκία υπάρχει ή πρέπει να υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο που να έρθει να αντικαταστήσει τη συμφωνία Ε.Ε. και Τουρκίας. Αντιθέτως, όλες οι πλευρές πρέπει να δουλέψουν για την επιτυχή και την όσο το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή της συγκεκριμένης συμφωνίας, η οποία είναι η μοναδική που μπορεί να δώσει λύση στο ζήτημα των προσφυγικών ροών.

ΣΤΡΑΤΑΚΗΣ: Ήθελα να ρωτήσω κ. Εκπρόσωπε, χρησιμοποιώντας δικούς σας όρους «να προχωρήσουμε στην απεμπλοκή των διαπραγματεύσεων», άρα αναγνωρίζετε ότι υπάρχει εμπλοκή και αν κάποιο συνηγορεί στο ότι η Ελλάδα έχει κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα –αναφέρατε τη «ρευστότητα στην Ευρώπη»- όμως το πείραμα στην Ιταλία κάτι άλλο δείχνει, μια ομαλή μετάβαση από ό,τι φαίνεται, από μια κυβέρνηση Ρέντσι σε μια άλλη κυβέρνηση, θέλω λοιπόν να ρωτήσω το εξής: Το πρόβλημα είναι ο Τόμσεν και το ΔΝΤ ή ο κ. Σόιμπλε; Γιατί όποιες αποφάσεις και αν πάρει το ΔΝΤ, φαντάζομαι ότι χρειάζεται και η συγκατάθεση του κ. Σόιμπλε. Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς αισιοδοξείτε ότι θα κλείσει εγκαίρως η αξιολόγηση, όταν έχουμε μια διευθύντρια του ΔΝΤ υπόδικο, που δικάζεται αυτές τις ημέρες, και έναν κύριο Τόμσεν που εν πάση περιπτώσει αρθρογραφεί ή έχει τη μαρτυρία που έχει από την επιτυχία του προγράμματος. Τι σας κάνει να αισιοδοξείτε ότι θα υπάρξει απεμπλοκή; Και αν δεν υπάρξει απεμπλοκή, θεωρείτε απίθανο το σενάριο των εκλογών;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Έχω ήδη απαντήσει στην ερώτηση, αλλά οφείλω να σας πω ότι εγώ δεν χρησιμοποίησα σε καμία στιγμή τη λέξη «εμπλοκή» στις διαπραγματεύσεις. Ούτε «εμπλοκή» είπα, ούτε «απεμπλοκή» είπα, μπορούμε να ακούσουμε την απομαγνητοφώνηση. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι «απεμπλοκή» δεν έχω πει.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα που μου θέσατε για τη «ρευστότητα», εγώ δεν μίλησα ποτέ για «ρευστότητα». Μίλησα για αβεβαιότητα στην Ευρώπη, η οποία αβεβαιότητα στην Ευρώπη επιβεβαιώνεται από όλες τις πλευρές. Δηλαδή, η Ιταλία δεν βρίσκεται σε μια φυσιολογική κατάσταση. Δεν έχουμε μια ομαλή μετάβαση μετά το αποτέλεσμα του σχετικού δημοψηφίσματος. Δεν είναι ομαλή η κατάσταση στη Βρετανία, για παράδειγμα, μετά το Brexit. Έχουμε μια σειρά από καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την προσφυγική κρίση. Έχουμε την κρίση ασφάλειας στην Ευρώπη. ΄Εχουμε τη γενικευμένη κατάσταση αβεβαιότητας, η οποία επικρατεί στο πλαίσιο της μετάβασης από τη μία κυβέρνηση στην άλλη στις ΗΠΑ. Επομένως, επιμένουμε ότι το διεθνές, αλλά και το ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν σηκώνει αυτή τη στιγμή την πρόσθεση και μιας ελληνικής αβεβαιότητας στη γενική κατάσταση που αυτή τη στιγμή επικρατεί. Αυτό δεν μας κάνει να αισιοδοξούμε. Μας κάνει, όμως, να πιστεύουμε ότι όλες οι πλευρές θα δουλέψουν στην κατεύθυνση, ώστε να βρεθεί ένα απαραίτητο και αναγκαίο σημείο ισορροπίας για να κλείσει στην ώρα της η αξιολόγηση. Δουλειά της ελληνικής κυβέρνησης δεν είναι ούτε να είναι αισιόδοξη, ούτε να είναι απαισιόδοξη. Δουλειά της ελληνικής κυβέρνησης είναι να εργάζεται σκληρά, ώστε να μπορέσει κάθε φορά να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξυπηρετηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δημόσιο συμφέρον.

ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Διαβάζω μια ερώτηση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης του κ. Λοβέρδου προς τον Πρωθυπουργό. Γι’ αυτό θέλω να σας ρωτήσω για ένα θέμα το οποίο άπτεται, όπως αναφέρει ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, της εθνικής ασφάλειας. Και αναφέρεται, βέβαια, σε δημοσίευμα, πρωτοσέλιδο δημοσίευμα μεγάλης κυριακάτικης εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο Έλληνας διπλωμάτης συζεί με υψηλόβαθμο στέλεχος της τουρκικής Πρεσβείας. Απασχόλησε την κυβέρνησή σας αυτό το θέμα;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Μιλά για συνεργάτη του Πρωθυπουργού, αν δεν κάνω λάθος, το δημοσίευμα. Θα έλεγα ότι ντρέπομαι τόσο για το δημοσίευμα, όσο και για την ερώτηση του κ. Λοβέρδου. Ο Πρωθυπουργός επιλέγει τους συνεργάτες του με κριτήρια την επάρκεια, την ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη και πάνω απ΄ όλα την εντιμότητα. Κάποιοι μπορεί να θεωρούν, ακολουθώντας ένα χυδαίο κιτρινισμό, ότι η προσωπική ζωή πρέπει να αποτελεί κριτήριο επιλογής των συνεργατών του Πρωθυπουργού. Θεωρούμε αυτή τη θέση απολύτως απαράδεκτη.

ΜΟΥΡΕΛΑΤΟΣ: Κύριε Εκπρόσωπε, σε συνέχεια προηγούμενης ερώτησης, θα ήθελα να ξέρω αν ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση αποδοκιμάζουν το περιεχόμενο των δηλώσεων του κ. Παρασκευόπουλου περί σύγκλισης με τη Χρυσή Αυγή και αν όχι, αν αυτές οι δηλώσεις προϊδεάζουν για μια αλλαγή στάσης της κυβέρνησης έναντι της Χρυσής Αυγής. Υποσημειώνω, δε, ότι είναι σε εξέλιξη και η δίκη της Χρυσής Αυγής.

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Παρασκευόπουλος έχει δώσει τις απαραίτητες διευκρινίσεις σε ό,τι αφορά τη δική του θέση. Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στο νεοναζιστικό μόρφωμα ήταν, είναι και θα είναι σαφής: Έχουμε πολιτική σύγκρουση, πολιτικό αγώνα, αν θέλετε πολιτικό πόλεμο με οποιονδήποτε συνεχίζει να υπερασπίζεται τις πιο σκοτεινές εποχές της ευρωπαϊκής Ιστορίας, συνεχίζει να υπερασπίζεται μια ιδεολογία μίσους, μια ιδεολογία εθνικιστική, μια ιδεολογία ακραία φασιστική, η οποία καταλήγει να είναι ιδεολογία πατριδοκάπηλη.

ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Εκπρόσωπε, προσωπικές οι απόψεις του κ. Παρασκευόπουλου. Προσωπικές οι απόψεις και του κ. Τσιρώνη, ο οποίος σήμερα είπε πως η σημαία που αγοράζουμε ως ιδιώτες δεν είναι εθνικό σύμβολο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Τσιρώνης νομίζω ότι έκανε ένα νομικού χαρακτήρα σχόλιο.

ΣΤΑΜΟΥΛΗ (ΙΕΚ Σερρών): Κύριε Εκπρόσωπε, σε δηλώσεις του στο Ρώυτερ, ο κ. Τσακαλώτος, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, δήλωσε πως θα «βάλουμε νερό στο κρασί μας». Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς εννοούσε; Νέα μέτρα; Μήπως υπάρχει αντίφαση με αυτά που είπατε πριν λίγο;

ΤΖΑΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: Ο κ. Τσακαλώτος δήλωσε ότι θα κάνουμε ό,τι χρειάζεται, έτσι ώστε να βρεθεί ένα σημείο συμβιβασμού, ένα σημείο ισορροπίας, έτσι ώστε να μπορέσουμε να κλείσουμε τη δεύτερη αξιολόγηση χωρίς όμως να υποχωρήσουμε στις βασικές θέσεις στις οποίες όλο το προηγούμενο διάστημα έχουμε επαναλάβει σε όλους τους δυνατούς τόνους. Συγκεκριμένα, δηλαδή, την αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, καθώς και την άρνησή μας να αποδεχθούμε την επιβολή νέων μέτρων μετά το 2019. Γνωρίζετε ότι υπάρχουν και άλλα ανοιχτά ζητήματα στη διαπραγμάτευση που σχετίζονται με το δημοσιονομικό του 2018, σχετίζονται με τα ενεργειακά, σχετίζονται με άλλες μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες απομένει να λυθούν, έτσι ώστε να κλείσει το staff level agreement (η τεχνική συμφωνία). Σε αυτά τα σημεία, τα οποία είναι κομμάτια της διαπραγμάτευσης, θα υπάρξουν οι αναγκαίοι συμβιβασμοί. Ωστόσο, στις βασικές γραμμές, τις οποίες έχουμε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε, εμμένουμε σε αυτές μας τις δηλώσεις.
Σας ευχαριστώ.