Συνέντευξη Ρέα Γαλανάκη

– Είστε πολυβραβευμένη συγγραφέας, έχετε δει τα βιβλία σας να μεταφράζονται σε δεκαπέντε γλώσσες, ενώ το μυθιστόρημά σας Άκρα Ταπείνωση (εκδόσεις Καστανιώτη, 2015) μόλις ξεκίνησε το ταξίδι του στα γαλλικά. Θεωρείτε ότι έχει πατρίδα το λογοτεχνικό έργο; Πώς αισθάνεστε όταν βλέπετε ένα βιβλίο με αναφορές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα (η ιστορία εκτυλίσσεται στην Αθήνα της κρίσης και στις μεγάλες διαδηλώσεις του 2012) να μεταφέρεται σε άλλη γλώσσα;

Ναι, το λογοτεχνικό έργο έχει πατρίδα, ακριβώς επειδή κατά κανόνα γράφεται στη μητρική γλώσσα του συγγραφέα του. Προσέξτε όμως, δεν συμφωνώ με όσους λένε ότι «πατρίδα κάθε συγγραφέα είναι η γλώσσα του». Πατρίδα του συγγραφέα είναι κάτι πιο ευρύ, πιο σύνθετο, που διατυπώνεται βέβαια μέσα από  τη μητρική γλώσσα του συγγραφέα.

Αισθάνομαι συγκινημένη που, ειδικά αυτό το βιβλίο μου που αναφέρεται στην κρίση, κυκλοφορεί στα γαλλικά. Η μετάφραση είναι μια απόδειξη ότι η λογοτεχνία ξεπερνά τα όρια που θέτει στον συγγραφέα μια γλώσσα περιορισμένης εμβέλειας, όπως είναι σήμερα τα ελληνικά. Είναι μια απόδειξη ότι ένα βιβλίο μπορεί να αγγίξει άλλους ανθρώπους, σε άλλες χώρες, ακόμη και σε άλλες εποχές (π.χ. για ποιον άλλο λόγο διαβάζουμε ακόμη σήμερα στην Ελλάδα τον Σταντάλ;).

Αυτό ίσως είναι και η βαθύτερη ουσία της λογοτεχνίας: να μελετήσει τόσο βαθιά τον άνθρωπο μέσα στις συγκεκριμένες οικογενειακός, κοινωνικές, ιστορικές συγκρούσεις της εποχής του, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει κάθε είδους σύνορα, ακόμη και την ίδια την  επικαιρότητα του έργου. Έτσι θα δώσει στον αναγνώστη κάθε γλώσσας και κάθε χώρας συγκίνηση, θα του μεταδώσει εμπειρία και γνώση, να τον κάνει να ξανασκεφτεί αυτά που θεωρούσε ότι ήξερε, και να τον πάει ένα βήμα παραπέρα. Χαίρομαι που στη Γαλλία οι αναγνώστες θα μπορέσουν ίσως να αγαπήσουν ένα να βιβλίο για την κρίση, και μέσα απ’ αυτό τη σημερινή Ελλάδα, κατανοώντας βαθύτερα τις επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων της.

– Έχετε αδιάλειπτη παρουσία στα λογοτεχνικά πράγματα τα τελευταία 40 χρόνια με πρώτη σας εμφάνιση το 1975 (ποιητική συλλογή «Πλην εύχαρις», εκδ. Ολκός). Πώς θα μιλούσατε για το ελληνικό μυθιστόρημα σε έναν ξένο, αδαή, αναγνώστη; Για ποιους λόγους θα τον καλούσατε να ανακαλύψει την ελληνική πεζογραφία;

Είναι κρίμα που το εμπόδιο της γλώσσας, ίσως και άλλοι λόγοι, δεν έχουν επιτρέψει την ευρύτερη  διάδοση κάποιων πολύ σημαντικών σύγχρονων ελληνικών μυθιστορημάτων. Στις επιλογές που γίνονται από τους γαλλικούς εκδοτικούς οίκους, όπου συνήθως οι αρμόδιοι δεν ξέρουν ελληνικά, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντα με κριτήριο την ποιότητα, αλλά με το ποιος έχει κοινωνικές ή άλλες σχέσεις με τον εκδότη. Αν υπήρχε, λοιπόν, λιγότερη διαπλοκή στο ποιος Έλληνας συγγραφέας μεταφράζεται στη Γαλλία, οι Γάλλοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια πολύ ευρύτερη γνώση για τη σύγχρονη Ελλάδα. Κυρίως θα καταλάβαιναν  περισσότερα για τη χώρα μου, που ξαφνικά έχει μετατραπεί σε ένα πειραματόζωο, με ευθύνη πολλών, και με απίστευτες επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχή. Ας μου επιτραπεί να ευχαριστήσω δημόσια την εκδότριά μου Emmanuel Collas, που γνωρίζοντας να διαβάζει ελληνικά, διάβασε πέρυσι το βιβλίο μου και αποφάσισε να το εκδώσει. Ούτε αυτήν, ούτε τον μεταφραστή μου Loic Marcou γνώριζα.

Και πέρα από την κρίση όμως, η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία είναι εντελώς ισότιμη με την πεζογραφία άλλων χωρών. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η χώρα του ήλιου και της θάλασσας, αυτό είναι μεγάλο λάθος. Η καλή λογοτεχνία της θα βοηθήσει τον ξένο αναγνώστη στην αποκρυπτογράφηση του θερινού τοπίου, στην ανακάλυψη μιας άλλης ομορφιάς, κυρίως θα τον βοηθήσει να γνωρίσει τους ίδιους τους ανθρώπους.

– Η ιδιαίτερη πατρίδα σας η Κρήτη κατέχει κεντρική θέση στο έργο σας (από τον Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά ως τον Αιώνα των Λαβυρίνθων και τα Αμίλητα Βαθιά Νερά). Τι είναι αυτό που περισσότερο κουβαλάτε μέχρι σήμερα από τον τόπο όπου γεννηθήκατε και περάσατε τα παιδικά/νεανικά σας χρόνια;

Η παιδική ηλικία μοιάζει με τον σκληρό δίσκο, πάνω στον οποίο γίνονται όλες οι καινούριες εγγραφές. Μας δίνει μια αρχική ταυτότητα, η οποία αλλάζει βέβαια με το πέρασμα των χρόνων. Η Κρήτη μου έδωσε πνοή και χαρά, μου έδωσε όμως και πολλά χαστούκια.  Μεγαλώνοντας έπρεπε να λύσω αυτή την αντίφαση. Οι συγγραφείς σκεφτόμαστε γράφοντας τα βιβλία μας, δημιουργώντας δηλαδή μια μυθοπλασία που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε για τα αμίλητα, να ρωτήσουμε για τα μυστικά, να δούμε πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Κάθε βιβλίο μοιάζει στο τέλοςσαν να μας δωρίζει κάτι, δηλαδή μια μικρή,  προσωρινή τάξη στο χάος. Βγαίνουμε από κάθε βιβλίο διαφορετικοί, αν βέβαια είμαστε θαρραλέοι και ειλικρινείς με το θέμα μας.

Έτσι και στα εφτά μου μυθιστορήματα υπάρχει λίγο ή πολύ η Κρήτη όχι σαν νοσταλγία, αλλά σαν ερώτημα. Θα το δείτε αυτό και στην Άκρα Ταπείνωση, ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο κέντρο της Αθήνας στην πιο άγρια νύχτα της κρίσης, γιατί βάζω τη μάνα ενός νεαρού νεοναζί να κατάγεται από  κάποιο ορεινό χωριό της Κρήτης που είχε καεί στην κατοχή από τους Γερμανούς. Είναι μια προβληματική σχέση μάνας και γιού. Δεν είναι, ωστόσο, η μόνη τέτοια σχέση στο μυθιστόρημα, αφού ο γιος μιας άλλης είναι με τους αριστερούς αναρχικούς.

– Παράλληλα, η Αθήνα (η πόλη διαμονής και πολιτικής ενηλικίωσής σας) είναι εξίσου σημαντική στο έργο σας, με την Άκρα Ταπείνωση να την απεικονίζει ως το σκηνικό  μιας σύγχρονης τραγωδίας. Την Αθήνα της κρίσης, εκτός από θέατρο εξεγέρσεων, αντιφάσεων, ανισοτήτων και βίας, την αντιλαμβάνεστε και ως πόλη δημιουργική, δυνάμει ποιητική;

Αν η Κρήτη ανήκει στην περίοδο της προϊστορίας μου, η Αθήνα ανήκει στην περίοδο της ιστορίας μου. Δηλαδή εδώ έζησα σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας σπουδάζοντας και μερικά χρόνια αργότερα, εδώ ξαναζώ από το 2003 (μεσολάβησαν δυο γόνιμες δεκαετίες που έζησα με τον άντρα μου στην Πάτρα, και λέω γόνιμες γιατί στην Πάτρα άρχισα να γράφω μυθιστόρημα).

Γνώρισα έτσι την Αθήνα σε δυο πολύ δύσκολες φάσεις της, με βία, με διαδηλώσεις, με θανάτους και καταστροφές. Και τις δυο φορές, ωστόσο, η Αθήνα είχε τη δική της απίστευτη ομορφιά, γιατί ακόμη και μια «άσκημη» εικόνα μπορεί να αναδείξει τη δική της ομορφιά. Δεν έπαψα ούτε στιγμή να  προσλαμβάνω την Αθήνα σαν ένα απέραντο πεδίο αισθημάτων,  στοχασμών.

Να σημειώσω ότι η Αθήνα είναι για μένα ένας δύσκολος τόπος, δυσκολότερος ίσως από κάθε άλλο τόπο στην Ελλάδα. Αυτό οφείλεται στο ότι κουβαλάει ένα βαρύ συμβολισμό, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα ης κάθε ιστορικής στιγμής της: είναι η πόλη/κράτος που δημιούργησε το πολίτευμα της δημοκρατίας και μαζί το θέατρο, που έδωσε  τον ανθρωποκεντρικό κανόνα για τα έργα τέχνης. Από μόνη της, λοιπόν, η Αθήνα, κουβαλάει την αύρα του μύθου και της ιστορίας της. Κανείς συγγραφέας δεν μπορεί να τα παρακάμψει εύκολα αυτά, ο καθένας όμως κάνει τις επιλογές του.

– Στα μυθιστορήματά αλλά και στις συνεντεύξεις σας δεν αποφεύγετε ευθείες ή έμμεσες αναφορές στην πολιτική κατάσταση, γεγονός που συνδέεται και με τα προσωπικά σας βιώματα (σχέση με αριστερά, γενιά του Πολυτεχνείου κλπ). Συμφωνείτε με τον Μπόρχες που λέει ουσιαστικά ότι όλη η λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφική; Αν ναι, ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το «κλειδί» ώστε μια «αυτοβιογραφία» να αφορά και άλλους;

Δεν πρέπει να μπερδεύουμε τις συνεντεύξεις ενός συγγραφέα με τα μυθιστορήματά του.  Πρόκειται για δυο τελείως διαφορετικά είδη.

Στις συνεντεύξεις μιλάει κανείς πιο άμεσα, πιο ανοικτά, και συνήθως αναφέρεται σε καταστάσεις ή προβλήματα της πατρίδας του (και πώς να μην αναφερθεί κανείς στα προβλήματα της Ελλάδας σήμερα;). Τις ερωτήσεις δεν τις βάζει ποτέ ο συγγραφέας, τις βάζει πάντα ο δημοσιογράφος. Ο συγγραφέας πρέπει, νομίζω, να τιμήσει τον συνομιλητή του, έχοντας το θάρρος να απαντήσει στα ερωτήματα που του τίθενται.

Μπορεί να έχει δίκιο ο εξαιρετικός Μπόρχες, φτάνει να γίνει σαφές ότι η λογοτεχνία (και η αυτοβιογραφία) είναι κατεξοχήν η έξοδος από τον εαυτό, είναι η τέχνη των μεταμφιέσεων.  Θέλω να πω ότι η λογοτεχνία, προπαντός το μυθιστόρημα, δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για τον εαυτό του (εμπειρίες, βιώματα, αισθήματα, σκέψεις, απορίες κλπ) μέσα από τις ζωές άλλων ανθρώπων, τωρινών ή παλιότερων, πραγματικών ή επινοημένων. Του δίνει την ικανότητα να δει  την ανθρώπινη ζωή με πολλές οπτικές ταυτόχρονα, ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές της, να προσπαθήσει να κατανοήσει το κακό αλλά και να εξεγερθεί οργισμένος εναντίον του. Το «κλειδί» μάλλον είναι η μαστοριά του συγγραφέα, η υψηλή λογοτεχνική ποιότητα που θα δώσει στο έργο του, ώστε, κλείνοντας ο αναγνώστης το βιβλίο, να νιώσει λίγο διαφορετικός, όπως λίγο διαφορετικός νιώθει και ο ίδιος ο συγγραφέας όταν το τελειώσει.

Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στη Μαγδαληνή Βαρούχα.

Δημοσιεύτηκε στα γαλλικά στις 10 Νοεμβρίου 2016: http://grecehebdo.gr/index.php/interviews/2050-%C2%AB-la-litt%C3%A9rature-est-l-art-du-d%C3%A9guisement-par-excellence-%C2%BB-interview-avec-rh%C3%A9a-galanaki