Χρήστος Σίμος: «Για να τιμήσουμε τα πρόσωπα του 1940 οφείλουμε να δώσουμε τη μάχη για μια Ευρώπη δημοκρατική και αλληλέγγυα»

Στα εγκαίνια της έκθεσης «1940: Πρόσωπα και Εικόνες. Κύπρος – Ελλάδα» παρευρέθηκε και χαιρέτησε ο Γενικός Γραμματέας Ενημέρωσης & Επικοινωνίας, Χρήστος Σίμος. Η συγκεκριμένη έκθεση, που πραγματοποιείται στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Ελλάδας στην Κύπρο και την υποστήριξη του Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης και της Βρετανικής Πρεσβείας στη Λευκωσία, άνοιξε τις πύλες της την Τετάρτη 10 Απριλίου.

Την έκθεση εγκαινίασε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης. Χαιρετισμό απηύθυναν επίσης ο Πρέσβης της Ελλάδας στην Κύπρο Ηλίας Φωτόπουλος, ο Ύπατος Αρμοστής Μεγάλης Βρετανίας στην Κύπρο, Στέφεν Λίλλυ, και ο Πρόεδρος του Δ.Σ. του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου Συμεών Μάτσης.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του χαιρετισμού του Χρήστου Σίμου:

«Αποτελεί μεγάλη τιμή και χαρά για μένα να βρίσκομαι απόψε στη Λευκωσία και να εκπροσωπώ το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών & Ενημέρωσης της Ελληνικής Κυβέρνησης, στα εγκαίνια αυτής της τόσο σημαντικής έκθεσης. Μια έκθεση που, με αφορμή το παρελθόν, θέτει θέματα που αφορούν και την παρούσα συγκυρία, 80 χρόνια μετά την έναρξη του εφιάλτη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Πριν αναφερθώ στα πρόσωπα και στα γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα και την Κύπρο κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, θα ήθελα να σημειώσω πως το Υπουργείο ΨΗΠΤΕ υποστηρίζει την παρούσα έκθεση που εγκαινιάζουμε απόψε με αρχειακό ψηφιακό υλικό και κείμενα, όπως και η ΕΡΤ. Επιπλέον, για τις επαφές και τις συνεννοήσεις με τους φορείς που εμπλέκονται, εργάστηκε μεθοδικά το ΓΤΕ Λευκωσίας, ενώ η προϊστάμενη του, Κατερίνα Λάμπρου, συμμετείχε από την πρώτη στιγμή στην ειδική Επιστημονική Επιτροπή της Έκθεσης.

Θα ήταν σφάλμα να αναφερθούμε στα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην εμπλοκή της Ελλάδας και της Κύπρου, χωρίς να επισημάνουμε τους βασικούς άξονες της διεθνούς συγκυρίας που συνετέλεσαν στο ξέσπασμα του. Μια συγκυρία που σχεδόν όλοι οι ιστορικοί συγκλίνουν πως δεν γίνεται να μελετηθεί χωρίς την αναφορά στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στις αιτίες που οδήγησαν σε αυτόν και στις επιπτώσεις που είχε για την περίοδο που –αναδρομικά- ονομάστηκε ως Μεσοπόλεμος.

Δεν γίνεται, λοιπόν, να μην αναφερθούμε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απότοκο των συγκρούσεων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής εκείνης εποχής, με βασικούς πρωταγωνιστές την τότε αυτοκρατορική δύναμη της Μ. Βρετανίας και την οξεία αντιπαράθεση της με τη Γερμανία, σχετικά με τις ζώνες οικονομικής επιρροής. Ο σχηματισμός των Δυνάμεων της Αντάντ (κυρίως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, από το 1915 η Ιταλία και ως τις αρχές του 1918 η Ρωσία και, από το 1917, οι ΗΠΑ) κατάφερε να νικήσει τις Κεντρικές Δυνάμεις, γνωστές και ως «Τριπλή Συμμαχία» (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και οδήγησαν αφενός στην κατάρρευση τεσσάρων αυτοκρατοριών και σε ριζικές αλλαγές στον χάρτη της Ευρώπης, εκ του κατακερματισμού τους, αφετέρου στη Ρωσική Επανάσταση το 1917 και σε τελική φάση τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών.

Η πιο κομβική συνθήκη που ήρθε ως αποτέλεσμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του συσχετισμού δυνάμεων που είχε προκύψει από αυτόν δεν ήταν άλλη από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Μια Συνθήκη που επέβαλλε ταπεινωτικούς και εξουθενωτικούς όρους στην ηττημένη Γερμανία. Μια συνθήκη που καταγγέλθηκε από το σύνολο των γερμανικών πολιτικών δυνάμεων, όπως επισημαίνει ο Έρικ Χόμπσμπαουμ στον Αιώνα των Άκρων.

Το κύριο θέμα, ωστόσο, που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι άλλο από αυτό της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος που οδήγησε στο κραχ του 1929 και στη Μεγάλη Ύφεση. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε πως το καπιταλιστικό σύστημα ήταν αρκούντως διεθνοποιημένο ήδη από τα χρόνια εκείνα, πολύ δηλαδή νωρίτερα από την περίοδο της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης».

Πάνω στο έδαφος αυτό αναδύεται το τέρας του ναζισμού στη Γερμανία υπό τον Χίτλερ και του φασισμού στην Ιταλία, υπό τον Μουσολίνι. Στα γεγονότα που προηγήθηκαν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν μπορούμε να μην συμπεριλάβουμε τον Ισπανικό Εμφύλιο και την επικράτηση του δικτάτορα Φράνκο, προκειμένου να αντιληφθούμε τη διάταξη των δυνάμεων κατά τον Πόλεμο. Ενός Εμφύλιου που ήρθε ως αποτέλεσμα της νίκης του Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές του 1936, μιας νίκης που δεν έγινε ανεκτή από τις συντηρητικές και φασιστικές δυνάμεις της Ισπανίας. Ούτε βεβαίως μπορούμε να μην αναφερθούμε στη στήριξη που παρείχε ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι στις δυνάμεις του Φράνκο αλλά και στη στήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων της Ισπανίας από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες αλλά και από τη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν η οποία, παρότι είχε υπογράψει τη Συμφωνία μη Παρέμβασης, παρείχε υλική βοήθεια στις δημοκρατικές δυνάμεις, η οποία αφορούσε κυρίως σε οπλισμό.

Είμαστε εδώ, λοιπόν, στη Λευκωσία, για να εγκαινιάσουμε μια Έκθεση που έχει ως θέμα τα πρόσωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα και την Κύπρο, στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Δεν μπορούμε, συνεπώς, να μην αναφερθούμε στα πρόσωπα των Ελλήνων στρατιωτών που αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση που εξαπέλυσε ο ιταλικός στρατός προκειμένου να κατακτήσει την Ελλάδα. Μια επίθεση που αναχαιτίστηκε αποτελεσματικά κατά τον χειμώνα του 1940-1941, γι’ αυτό και οδήγησε τον Χίτλερ στην απόφαση να στείλει δυνάμεις της Βέρμαχτ στην Ελλάδα. Η επίθεση των ναζιστικών δυνάμεων ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου του 1941. Στις 27 Απρίλη, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στην Αθήνα. Σχεδόν έναν μήνα αργότερα, στις 30 Μάη, 2 νεαροί φοιτητές, ο Μ. Γλέζος και ο Απ. Σάντας θα κατεβάσουν τη γερμανική σημαία που είχαν αναρτήσει οι δυνάμεις της Βέρμαχτ στην Ακρόπολη.

Μιλώντας λοιπόν για πρόσωπα, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην πρακτική της επίταξης τροφίμων και της αγροτικής σοδειάς της Ελλάδας από την πλευρά των δυνάμεων της Βέρμαχτ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των χιλιάδων ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους από λιμό. Σύμφωνα με τον Μ. Μαζάουερ (Στην Ελλάδα του Χίτλερ), μόνο κατά την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1941 ως τον Οκτώβριο του 1942 έχασαν τη ζωή τους 49.188 στην Αθήνα και τον Πειραιά από την πείνα. Ούτε βεβαίως μπορούμε να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων εκείνων που έχασαν τη ζωή τους κυριολεκτικά στον δρόμο αλλά κι αυτούς που τους αντίκρισαν.  Σύμφωνα πάντα με τον Μαζάουερ, ο συνολικός αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους από την πείνα στην Ελλάδα, από το 1941 μέχρι το τέλος του πολέμου, ανέρχεται στους 300.000.

Στο πλαίσιο αυτό, βεβαίως, οφείλουμε να διατηρήσουμε στη μνήμη μας και τα πρόσωπα των μαυραγοριτών και της στυγνής εκμετάλλευσης στην οποία επιδόθηκαν συστηματικά, προκειμένου να κερδοσκοπήσουν.

Δεν μπορούμε ακόμη να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των 11.000 Ελλήνων που βρέθηκαν στη Γερμανία, μετά το άνοιγμα της «Επιτροπής Στρατολόγησης Ελλήνων Εργατών για την Εργασία στην Αλλοδαπή», τα γραφεία της οποίας εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Οφείλουμε επίσης να μην ξεχάσουμε το ΕΑΜ, το οποίο ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, και την επίσημη αναγγελία της διακήρυξης του στις 10 Οκτώβριου 1941. Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων που εντάχθηκαν στις τάξεις του Μετώπου, η δύναμη του οποίου ανερχόταν το 1944 στο 1 εκ. μέλη περίπου, σύμφωνα πάντα με τον Μαζάουερ. Ούτε βέβαια και την ίδρυση του ΕΔΕΣ από τον Ν. Ζέρβα, περίπου την ίδια περίοδο, και το πολιτικό στοιχείο της αντιπαράθεσης των δύο δυνάμεων αυτών. Μιας αντιπαράθεσης που κατέληξε στον Εμφύλιο Πόλεμο, ο οποίος κερδήθηκε από τελικά από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία πολέμησε τους αντάρτες του ΔΣΕ με τη βοήθεια των Βρετανών και των Αμερικάνων, όπως επισημαίνει ο Μαζάουερ.

Δεν μπορούμε λοιπόν να ξεχάσουμε το πρόσωπο του Γ. Σιάντου, ο οποίος τέθηκε επικεφαλής του ΕΑΜ, ούτε και το πρόσωπο του Άρη Βελουχιώτη του επικεφαλής του ένοπλου σκέλους του ΕΑΜ, δηλαδή του ΕΛΑΣ, που ιδρύθηκα στις 16/2/1942 και ο οποίος έφτασε να αριθμεί περί τα 30.000 αγωνιστές το 1943. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των ανθρώπων που κάηκαν από τις δυνάμεις της Βέρμαχτ ως αντίποινα για τις επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ. Δεν μπορούμε εντέλει να ξεχάσουμε τους 13.676 ένοπλους νεκρούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. Και δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε πως ο συνολικός αριθμός των νεκρών στην Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανήλθε στους 750.000, δηλαδή στο 10% του συνολικού πληθυσμού της.

Και, σίγουρα, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τα πρόσωπα των  17.000 Κύπριων εθελοντών, οι οποίοι στρατεύτηκαν στο «Κυπριακό Σύνταγμα» κάτω από την ηγεσία της τότε αποικιοκρατικής κυβέρνησης της Μεγάλης Βρετανίας στην Κύπρο (η Κύπρος ήταν αποικία της Μ. Βρετανίας από το 1925). Αλλά για αυτούς υπάρχουν αρμοδιότεροι από μένα να μιλήσουν.

Αυτά είναι τα πρόσωπα που συνοψίζουν και συμπυκνώνουν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οφείλουμε να διατηρήσουμε τη μνήμη των προσώπων που έδωσαν τη ζωή τους στη μνήμη μας. Και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε για να τους τιμήσουμε είναι να δώσουμε τη μάχη για μια Ευρώπη δημοκρατική και αλληλέγγυα, σε μια συγκυρία που οι δυνάμεις της Άκρας Δεξιάς απειλούν και επιχειρούν να σηκώσουν ξανά κεφάλι».