Τρέχον Άρθρο
Συμμετοχή του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στο Συνέδριο Ηγεσία και Εργασία του  Newsbeast.gr

Συμμετοχή του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στο Συνέδριο Ηγεσία και Εργασία του  Newsbeast.gr

Συμμετοχή του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στο Συνέδριο Ηγεσία και Εργασία του  Newsbeast.gr

O Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης συμμετείχε στο Συνέδριο του Newsbeast, με θέμα: «Ηγεσία & Εργασία: Επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο», που πραγματοποιήθηκε σήμερα, Πέμπτη 28 Μαΐου 2026, στο ξενοδοχείο “The Ilisian”.

Αντικείμενο της συζήτησης που είχε ο κ. Μαρινάκης με τον δημοσιογράφο Βίκτωρα Μοντζέλλι, στο πλαίσιο του Συνεδρίου, ήταν ο Ιδιωτικός και ο Δημόσιος Τομέας και οι κοινές προκλήσεις ηγεσίας αυτών των «δύο κόσμων». 

Ακολουθεί η συζήτηση του Π. Μαρινάκη με τον Β. Μοντζέλλι:

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Είχαμε κάνει μια συνέντευξη μαζί, πριν 7-8 μήνες, για το αφιέρωμα του Newsbeast στα 15 χρόνια. «Που θα είναι ο κόσμος το 2040» και σας είχα ρωτήσει πώς θα γίνουν τα κόμματα πιο ελκυστικά. Και μου είχατε πει ότι αυτό που ξεχωρίζετε ως πρώτο είναι να γεμίσουν από ανθρώπους με ένσημα. Εσείς έχετε εργαστεί και στον ιδιωτικό τομέα και ως ελεύθερος επαγγελματίας και τώρα έχετε θεσμικό ρόλο στην Κυβέρνηση, ως Κυβερνητικός Εκπρόσωπος και Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ. Θέλω να μας πείτε από την εμπειρία των δύο χώρων: Ποιες είναι οι μεγάλες διαφορές και τα κοινά που έχουν; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Καταρχάς ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση και συγχαρητήρια για την πρωτοβουλία, αλλά και τα θέματα που επιλέγετε, γιατί συνηθίζουμε στα πάνελ, στις πολιτικές συζητήσεις να μιλάμε πολύ για το παρελθόν και για ζητήματα που δεν απασχολούν τον κόσμο και οι θεματικές σας προκύπτουν μέσα από συζητήσεις αληθινών, κανονικών ανθρώπων. Και όπως πολύ σωστά είπατε και εργάζομαι από μικρό παιδί, όπως και οι άνθρωποι που είναι εδώ και οι άνθρωποι οι οποίοι παρακολουθούν τις συζητήσεις μας και συνεχίζω και ζω από τη δουλειά αυτή, από τη δικηγορική μου εταιρεία. Δεν θεωρώ ότι αυτό το οποίο έχω την τιμή τώρα να χειρίζομαι το χαρτοφυλάκιο του Τύπου και η θέση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου είναι δημόσιος τομέας, αλλά σίγουρα έχει να κάνει με ένα κομμάτι με τις ζωές των ανθρώπων. Υπάρχουν και κοινά, υπάρχουν και διαφορές. Το κοινό είναι ότι στο τέλος της ημέρας κρίνεσαι από το αποτέλεσμα. Όμως ο στόχος σε μια επιχείρηση είναι το κέρδος, το οποίο προφανώς πρέπει να περάσει και στους εργαζόμενους της επιχείρησης. Αλλά η επιτυχία με την αποτυχία αξιολογείται με πολύ πιο αντικειμενικά κριτήρια. Στο Κράτος, στην Κυβέρνηση, στη Δημόσια Διοίκηση, αυτό το μέρισμα της επιτυχίας πρέπει να μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για τους ανθρώπους. Είναι αυτό που πολλές φορές συζητάμε, ότι μπορεί να ευημερούν οι αριθμοί, αλλά οι άνθρωποι να μην ευημερούν. Το οποίο συμβαίνει και δυστυχώς σε μια περίοδο παρατεταμένης ακρίβειας συμβαίνει και στη χώρα μας, σε κάποιους συμπολίτες μας περισσότερο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όμως εδώ μια παρένθεση: Αν δεν ευημερούν οι αριθμοί, δεν μπορούν να ευημερήσουν οι άνθρωποι. Νομίζω ότι κακώς, για πάρα πολλές δεκαετίες, όπως αντιμετωπίζουμε πολλά πράγματα στην Ελλάδα, μαύρο – άσπρο, έτσι διαχωρίζουμε πλήρως τη λειτουργία του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα. Και νομίζω ότι όσο περνούν τα χρόνια η απενοχοποίηση εννοιών, όπως οι συμπράξεις ιδιωτών με τον δημόσιο τομέα, η παρουσία ιδιωτικών εταιρειών, παραδείγματος χάριν στα Πανεπιστήμια. Άκουγα πριν την πρόεδρο του ΙΝΕΔΙΒΙΜ, έχουν γίνει άλματα στον τομέα αυτόν, μας δείχνει το δρόμο. Μπορώ να σας πω, ότι αυτό το οποίο έχει να κάνει πολύ πιο γρήγορα το δημόσιο, πολύ πιο γρήγορα και δεν είναι μόνο θέμα νομοθέτησης, είναι και θέμα βούλησης, όχι μόνο των διοικούντων, αλλά και των διοικούμενων, είναι την αξιολόγηση. Εκεί είναι η μεγάλη διαφορά. Στον ιδιωτικό τομέα που και εκεί μπορείς να βρεις και να συναντήσεις αδικίες, στο τέλος της ημέρας η ικανότητα, η αποτελεσματικότητα κερδίζει τα πάντα. Αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε στον δημόσιο τομέα και αυτό είναι κρίμα, γιατί έχουμε εξαιρετικούς δημόσιους λειτουργούς που με την ισοπέδωση προς τα κάτω, που δυστυχώς είναι η βασική ιδεολογία ενός μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος της χώρας, τους αδικεί πάρα πολύ. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Είπατε πριν ότι μιας εταιρείας ο στόχος είναι να παράξει κέρδος. Το Δημόσιο θέλει να παράξει κέρδος; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Ξέρετε κάτι; Με πάτε στη συζήτηση του προϋπολογισμού και του προηγούμενου και του τελευταίου, του κρατικού προϋπολογισμού που είθισται να γίνεται πριν κλείσει η Βουλή για λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα. Εκεί, λοιπόν, μαζεύονται όλα τα κόμματα. Η Κυβέρνηση παρουσιάζει τα βασικά σημεία του προϋπολογισμού, με πρώτο και κυριότερο το Υπουργείο Οικονομικών. Το κάθε Υπουργείο λέει τι θέλει να κάνει εκείνο και η αντιπολίτευση αποδομεί, κανονικά θα έπρεπε να αντιπροτείνει, αλλά αυτό δυστυχώς στην Ελλάδα δεν γίνεται. Θυμάμαι, λοιπόν, πριν από 5 – 6 μήνες την αντιπολίτευση να καταγγέλλει την Κυβέρνηση για τα αυξημένα φορολογικά έσοδα, τα οποία μάλιστα τα μετέφραζε η αντιπολίτευση σε αυξημένους φορολογικούς συντελεστές: «υπερφορολογείτε τον κόσμο». «Γιατί υπερφορολογούμε τον κόσμο», τους ρωτούσαμε εμείς. «Γιατί έχετε αυξημένα φορολογικά έσοδα». Λίγους μήνες μετά, από το υπερπλεόνασμα, μέρος του οποίου μπορεί να δοθεί σε παραπάνω φοροελαφρύνσεις ή στηρίξεις στην κοινωνία, γιατί υπάρχουν και οι οροφές δαπανών και οι ευρωπαϊκοί κανόνες, δώσαμε κάποια λεφτά είτε σε οικογένειες με παιδιά είτε σε στοχευμένες κινήσεις λόγω της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Και η αντιπολίτευση ζητούσε και παραπάνω. «Αυτά είναι ψίχουλα, δεν φτάνουν». Και προφανώς χρειάζονται παραπάνω, να πω εγώ, γιατί η κοινωνία περνάει δύσκολα, λόγω της ακρίβειας και ειδικά όσοι νοικιάζουμε ένα σπίτι, για να μην τρελαθούμε. Πώς γίνεται λοιπόν την ίδια στιγμή να είναι λίγα αυτά τα οποία δίνουμε και να πρέπει να δώσουμε παραπάνω, αλλά να είμαστε κακοί εμείς που δημιουργούμε παραπάνω έσοδα; Άρα απαντώ: Ευτυχώς που έχουμε μια Κυβέρνηση, που με την πολιτική της αυξάνει τα φορολογικά έσοδα. Αν δεν το είχαμε αυτό, τότε δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε τίποτα πίσω στην κοινωνία. Σημασία έχει πως το κάνει. Και εδώ είναι η μεγάλη συζήτηση, που δυστυχώς δεν γίνεται καθόλου στις πολιτικές κουβέντες, στη Βουλή, στα πάνελς. Προσπαθούμε να την επαναφέρουμε. Συνήθως λέμε μόνο τι μέτρα θα δώσουμε. Θα μειώσουμε φόρους; Θα αυξήσουμε συντάξεις; Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην συμφωνεί με αυτά. Η προτεραιοποίηση είναι διαφορετική, αναλόγως τον πολιτικό χώρο. Ας πούμε, εγώ πιστεύω στις μειώσεις των φόρων κι όχι στα επιδόματα. Θεωρώ ότι πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για επιδόματα, πλην των προνοιακών. Ποια συζήτηση δεν γίνεται; Πώς θα τα δώσουμε αυτά τα λεφτά; Πού θα τα βρούμε; Υπάρχουν δύο τρόποι: Ο ένας τρόπος είναι να αυξάνεις φόρους και από τη μία τσέπη να παίρνεις δέκα και στην άλλη τσέπη να δίνεις δύο. Έχουμε τέτοιο παράδειγμα. Επανήλθε κιόλας με άλλο όνομα. Είναι η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα και δυστυχώς και άλλες κυβερνήσεις στο παρελθόν. Υπάρχει και ένας δεύτερος κακός τρόπος, απλά αυτός πλέον δεν επιτρέπεται. Ο τρόπος του ΠΑΣΟΚ του ’80, να τα παίρνεις από τις επόμενες γενιές, δηλαδή από τσέπες ανθρώπων που μπορεί να μην έχουν γεννηθεί, για να τα δίνεις στους ανθρώπους που είναι τώρα, πολίτες, συνταξιούχους κ.λπ. Αυτοί οι δύο τρόποι, ο ένας θεωρώ ότι είναι καταστροφικός. Ο δεύτερος πλέον δεν μπορεί να εφαρμοστεί, με την έννοια ότι υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες. Εκτός αν φύγουμε από την Ευρώπη. Υπάρχει ένας τρίτος τρόπος, ο δικός μας δρόμος. Ποιος είναι αυτός; Μεγαλώνεις την πίτα. Πώς μεγαλώνεις την πίτα; Επενδύσεις. Έχουν αυξηθεί 95% από το 2019 μέχρι σήμερα, οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας, έχουν αυξηθεί κατά 600.000 και ένας άνθρωπος που δεν είχε δουλειά και πληρωνόταν με το επίδομα ανεργίας από το Κράτος, άρα κόστιζε στο Κράτος το επίδομα ανεργίας το μήνα, τώρα πληρώνει στο Κράτος φόρους και εισφορές που δεν είναι αυξημένοι. Παράλληλα, με την ανάπτυξη της οικονομίας και με την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Άρα, νομίζω ότι αυτή είναι η ερώτηση του εκατομμυρίου για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Πρέπει να συνεχίσουμε να αυξάνουμε τα έσοδα, να συνεχίσουμε να μειώσουμε τους φόρους. Και εδώ είναι η δεύτερη πολύ μεγάλη οικονομική συζήτηση, που σε μια εταιρεία θα ήταν η πρώτη και μεταξύ εταιρειών, αυτά τα έσοδα -πολύ μεγάλη κουβέντα- να τα δίνουμε όχι με επιδόματα, αλλά με φοροελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις.

Αυτές οι «κακές» επιχειρήσεις και τις μεγάλες και τις μικρές για να δημιουργούν θέσεις εργασίας και τα φυσικά πρόσωπα, όπως κάναμε τώρα με τη φορολογική μεταρρύθμιση. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Πριν λίγο στην προηγούμενη ερώτηση απαντήσατε ότι η αξιολόγηση είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που εφαρμόζεται κατά κόρον στον ιδιωτικό τομέα και πρέπει να υιοθετηθεί και στο Δημόσιο. Πέραν της αξιολόγησης, ποια άλλα στοιχεία της ελεύθερης αγοράς θεωρείτε ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά για τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Στοχοθεσία. KPIs. Η πρώτη μεγάλη μεταρρύθμιση που βασίστηκε στο να μετρήσουμε κάτι ήταν η ψηφιακή μεταρρύθμιση, η ψηφιακή επανάσταση της πρώτης τετραετίας, γιατί πέτυχε επειδή πρώτα μετρήσαμε το πρόβλημα και έγινε μάλιστα εν κινήσει και υπό το καθεστώς της πανδημίας και πολλών κρίσεων, οτιδήποτε στον ιδιωτικό τομέα γίνεται πετυχημένα, πρώτα μετριέται. Στην Ελλάδα τώρα μετρήσαμε, θα σας πω ένα παράδειγμα που δεν είναι ευρέως γνωστό, μου το έφερε μάλιστα και σε βιβλίο, ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο ο Γιάννης Βρούτσης, τα σωματεία αθλητισμού, τις υπηρεσίες για να ψηφιοποιήσουμε αντίστοιχα τις υπηρεσίες και να τις κάνουμε ψηφιακές, πρέπει να τις ξέρουμε. Τα δικαιολογητικά στο δημόσιο πόσα χρειάζονται; Τις παροχές υγείας. Ποιο είναι το μεγάλο πλεονέκτημα των δημόσιων νοσοκομείων; -όχι ότι δεν έχουμε και στα ιδιωτικά καλούς γιατρούς- οι γιατροί, το προσωπικό. Ποιο είναι το μειονέκτημα; Οι δαπάνες. Δεν υπάρχει περίπτωση ένα ιδιωτικό νοσοκομείο να μην ξέρει που πάει και η τελευταία γάζα. Και θα έπρεπε στο δημόσιο να είμαστε ακόμα πιο ευαίσθητοι γιατί εδώ μιλάμε για τα λεφτά, όχι ενός ιδιώτη που και αυτά «ιερά» είναι, κάθε ανθρώπου τα λεφτά είναι «ιερά», αλλά όλων ημών, των φορολογουμένων, αυτή είναι η πρώτη μεγάλη διαφορά. Έχουν γίνει άλματα σε κάποιους τομείς τα τελευταία χρόνια της δικής μας Κυβέρνησης, κάπου αλλού έχουν γίνει βήματα, κάπου αλλού πρέπει να κάνουμε πιο γρήγορα βήματα, παραδείγματος χάριν στα πανεπιστήμια, έτσι; Γιατί το να προστατεύεις την περιουσία ενός πανεπιστημίου προστατεύεις την περιουσία των πολιτών και αντίστοιχα να μπορείς να μετράς και την αποτελεσματικότητα των καθηγητών του κάθε τμήματος, το πώς αυτές οι δαπάνες των φορολογούμενων γυρίζουν πίσω σε γνώση για τους μαθητές, για τους φοιτητές. Και στα σχολεία, επίσης. Όλες αυτές οι εκθέσεις ουσιαστικά τι είναι; Αξιολόγηση είναι και να μετράς την αποδοτικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Η δεύτερη μεγάλη διαφορά μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα είναι αυτό που συζητούσαμε πριν, δηλαδή έχει να κάνει με την αξιολόγηση. Πολλές φορές δημιουργείται μια ισοπέδωση προς τα κάτω και αυτό είναι κάτι που δεν ωφελεί καθόλου ούτε τους διοικούμενους, ούτε τους διοικούντες, οι οποίοι κάνουν καλά τη δουλειά τους. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Υπουργέ, ένας επαγγελματίας με ηγετικά χαρακτηριστικά, γιατί το συνέδριο το θέμα του είναι μεταξύ της εργασίας, είναι και η ηγεσία μπορεί, έχει το έδαφος να αναπτύξει τις ιδέες του στον δημόσιο τομέα; Στον ιδιωτικό, ναι, είναι εύκολη η απάντηση. Στο δημόσιο υπάρχει αυτός ο δρόμος για να μπορέσει να έχει την ελευθερία;

 Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Όχι τόσο εύκολα, πάντοτε. Αναλόγως και τι ορίζουμε ως δημόσιο τομέα, όμως θεωρώ ότι, έχω μια σταθερή πεποίθηση ότι οι καλοί επιβιώνουν και δικαιώνονται σχεδόν παντού, το «παντού» είναι υπερβολή και πάντοτε υπάρχουν και εξαιρέσεις, αλλά σίγουρα στον ιδιωτικό τομέα είναι πιο εύκολο. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Σας απασχολεί αυτό για το πώς μπορεί να αλλάξει ώστε να ξεδιπλωθούν οι αρετές κάποιων ανθρώπων που τώρα δεν μπορούν να το κάνουν; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Βεβαίως και μπορεί να είναι η τρίτη φορά που το λέω, αλλά αυτό έχει να κάνει με το να σπάσουμε τις ιδεοληψίες, να τις γκρεμίσουμε, να μην φοβόμαστε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση την οποία κάναμε και μας κόστισε στην αρχή σχετικά με την αξιολόγηση στο Δημόσιο, που και για τα πρώτα χρόνια της δικής μας διακυβέρνησης, κληρονομώντας το σύστημα αξιολόγησης που είχε η προηγούμενη κυβέρνηση, το 97% των δημοσίων υπαλλήλων έπαιρνε «άριστα» γιατί οι ίδιοι αξιολογούσαν τους συναδέλφους τους και όπως αντιλαμβάνεστε.. Τώρα τι είπαμε; Και όταν το πρώτο είπαμε απλά δεν ακούστηκε ιδιαίτερα γιατί όλοι ασχολήθηκαν μόνο με το άρθρο 86, δεν το υποτιμώ, πρέπει να αλλάξει, για την ποινική ευθύνη των υπουργών, να συνδέσουμε την αξιολόγηση στο Δημόσιο χωρίς να έχουμε κανένα «ταμπού» με το Σύνταγμα. Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί μπορεί αύριο, μεθαύριο να έρθει μια κυβέρνηση, όπως έχει δικαίωμα, να νομοθετήσει κάτι διαφορετικό για να φτάσουμε πάλι στο 97% «άριστοι», το οποίο προσβάλλει τους πραγματικά άριστους και πραγματικά καλούς. Εμείς τι θέλουμε; Εμείς θέλουμε και αυτό, δηλαδή τη σύνδεση της αξιολόγησης με το Σύνταγμα, ούτως ώστε να υπάρχει μια σταθερά σε αυτή τη χώρα και την απαγόρευση νομοθέτησης ελλειμματικών προϋπολογισμών, να μπορούμε να εγγυηθούμε στις επόμενες γενιές ότι δεν θα αλλάξει, εφόσον βέβαια έχουμε τις απαιτούμενες πλειοψηφίες από τη Βουλή. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Τι σημαίνει για εσάς η έννοια «επενδύω στο ανθρώπινο κεφάλαιο»; Πώς το αντιλαμβάνεστε; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Καταρχάς χρειάζεται και απαιτείται γενναιοδωρία. Εγώ θα σας μιλήσω και ως δικηγόρος και ως νέος πολιτικός. Ήμουν τυχερός γιατί βρέθηκα στο δρόμο δύο ανθρώπων που επενδύουν, επένδυαν, ο ένας δεν είναι στη ζωή, είναι ο μέντοράς μου στη δικηγορία, ο Ζήσης Κωνσταντίνου, εκ των μεγαλύτερων ποινικολόγων στη χώρα όπου όταν ήρθα στο γραφείο του ήμουν ένας από τους 40 δικηγόρους που ήταν εν στενή, ή εν ευρεία εννοία στο γραφείο του, ένιωθα ένα ισότιμο μέλος ενός συνόλου και τρεις, τέσσερις μήνες μετά την άδεια, τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος, ήμουν μαζί του σε μία μεγάλη ανάκριση, άρα, για να μπορέσεις να αναδείξεις ανθρώπους, πρέπει να τους δώσεις ευκαιρίες. Στην πολιτική είναι πονεμένη ιστορία. Στην πολιτική, ενώ σε άλλες χώρες άξιες και άξιοι τριαντάρηδες μπορεί να διοικούν χώρες ή και φρέσκοι άνθρωποι στα 60, γιατί ο νέος δεν είναι μόνο στην ταυτότητα, δεν προκύπτει από την ηλικία, στην Ελλάδα είναι αυτό που λέμε μέχρι τα 35-40 είσαι ταλέντο και μετά «καίγεσαι». Και εδώ εγώ βρέθηκα στον δρόμο ενός Πρωθυπουργού που δίνει αληθινές ευκαιρίες, αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος παίρνει ευκαιρίες τις αξίζει, αλλά αν δεν τις πάρει δεν μπορούμε να ξέρουμε αν τις αξίζεις, είμαστε πολύ πίσω σε αυτό και επαναφέρω αυτό που μου θυμίσατε ότι σας είπα σε προηγούμενη συνέντευξη, για μένα οι ευκαιρίες δεν πρέπει να δίνονται μόνο με κριτήριο αν κάποιος είναι νέος, προφανώς πρέπει να υπάρχει και ισορροπία μεταξύ των φύλων και να βάζουμε παραπάνω νέους αλλά δεν υπάρχει τίποτα πιο υποτιμητικό για μια γυναίκα να λέμε «αα παιδιά να βάλουμε και γυναίκες» ή για τους νέους «παιδιά να βάλουμε και νέους», γι’ αυτό και είμαι πολύ αντίθετος στις νομοθετήσεις οι οποίες καταλήγουν σε κάτι τέτοιο. Καλούς, άξιους, άξιες και άξιους πρέπει να βάζουμε αλλά το νέο πώς το ορίζουμε; Το νέο για μένα είναι αυτό το οποίο αλλάζει τα δεδομένα, τις ισορροπίες και ταράζει τα νερά. Στην πολιτική είναι άνθρωποι κανονικοί, που έχουν σπουδές και το κυριότερο εργασιακή εμπειρία, ένσημα, αυτό έλειψε πάρα πολύ για πολλές δεκαετίες από την Ελλάδα και το πληρώσαμε πολύ ακριβά.  

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Πριν ανέβουμε στη σκηνή, έριξα μια ματιά στο live streaming που τρέχει από το site στην κάλυψη του συνεδρίου και ήταν περισσότεροι από 60.000 που παρακολουθούσαν τη διοργάνωση. Επειδή φτάνουμε στο τέλος να κάνουμε μια πολιτική ερώτηση, θα μας πείτε πότε θα γίνουν εκλογές; 

Π. ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ: Επειδή εσείς βλέπετε μπροστά και ασχολείστε και με το 2040 και πολύ καλά κάνετε, πίστευα ότι το 2027 θα έχετε την ημερομηνία και γι αυτό ήρθα μπας και το μάθω. 

Β. ΜΟΝΤΖΕΛΛΙ: Κύριε Μαρινάκη σας ευχαριστούμε πάρα πολύ.

https://youtu.be/V4wodNloJS8 

Copyright © 2023-2026 - Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης & Επικοινωνίας, All Rights Reserved, Media.Gov.gr