Τρέχον Άρθρο
Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου στην εκπομπή του Ertnews Radio «Ναι μεν, Αλλά»

Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου στην εκπομπή του Ertnews Radio «Ναι μεν, Αλλά»

Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλο Μαρινάκη στην εκπομπή του Ertnews Radio «Ναι μεν, Αλλά» και τους δημοσιογράφους Ευαγγελία Μπαλτατζή και Δημήτρη Τάκη

Για την συζήτηση στη Βουλή για εξεταστική επιτροπή

Ο στόχος της Κυβέρνησης είναι να απαντήσει στις ανάγκες του σήμερα και του αύριο, να πάει τη χώρα μπροστά και να διορθώσει τα λάθη της και η αντιπολίτευση θέλει να μας επαναφέρει στα αμφιθέατρα της δεκαετίας του ’80 και του ’90.  Και αυτός είναι και ο λόγος της έντασης. Η ένταση είναι τεχνητή, με αυτό τον τρόπο μόνο προσπαθούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη προγραμματικού και τεκμηριωμένου λόγου, ακόμα και στη σημερινή συζήτηση η κυβερνητική πλειοψηφία έθεσε ένα παρεμπίπτον ζήτημα, νομικά με  μια άρτια θεωρώ νομική τεκμηρίωση. Από εκεί και πέρα η αντιπολίτευση, μπορώ να το αναλύσω αν θέλετε και να σας απαντήσω σε ό,τι απορία έχετε,  η αντιπολίτευση επέλεξε αντί να αντικρούσει με τα δικά της επιχειρήματα, νομικά και πολιτικά, κυρίως νομικά γιατί αυτό είναι ένα νομικό θέμα, αλλά και με ουσιαστικά επιχειρήματα, επέλεξε τις φωνές, την αποχώρηση, την φυγή. Οι πολίτες εκλέγουν κ. Μπαλτατζή, κ. Τάκη, τους βουλευτές και δίνουν τους συσχετισμούς στα κόμματα για να δίνουν μάχες με την παρουσία τους στη Βουλή και όχι αποχωρώντας. Αυτές οι πρακτικές θεωρώ ότι είναι παρωχημένες και στο τέλος της ημέρας, δεν αφορούν καθόλου αυτές οι συζητήσεις, προσέξτε δεν υποτιμώ την συζήτηση για το όποιο θέμα στη Βουλή, αλλά αυτός ο τρόπος της συζήτησης και αυτές οι συγκρούσεις που τροφοδοτεί η αντιπολίτευση δεν αγγίζουν καθόλου την κοινωνία και τα προβλήματα που έχει, τα οποία προσπαθούμε να λύσουμε.

Για το παρεμπίπτον ζήτημα που τέθηκε σήμερα και τι το διαφοροποιεί από το ‘22 όπου τότε δεν απαιτήθηκαν 151 ψήφοι

Πολύ λογική ερώτηση και νομίζω ότι έχει πολύ ενδιαφέρον και η απάντηση και αν καθόταν η αντιπολίτευση και την άκουγε, νομίζω ότι θα είχε πειστεί, τέλος πάντων θα προσπαθούσαμε να την πείσουμε, θεωρώ ότι η στάση αυτή ήταν προδιαγεγραμμένη της αντιπολίτευσης. Καταρχάς τι είπε ο Μάκης Βορίδης εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας; Ότι η πρόταση του ΠΑΣΟΚ αφορά τη λειτουργία της ΕΥΠ και συνεπώς σχετίζεται άμεσα με ζητήματα εθνικής ασφάλειας, εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής. Δηλαδή με το αντικείμενο δράσης των μυστικών υπηρεσιών και μάλιστα επικαλέστηκε συγκεκριμένα σημεία και από την λειτουργία της ΕΥΠ και μια σειρά από επιχειρήματα και νομικά και πραγματικά. Έρχεται λοιπόν πολύ λογικά ένα μέρος του δημοσιογραφικού κόσμου και η αντιπολίτευση, φαντάζομαι, αλλά δεν έμεινε να το κάνει και ρωτάει; «παιδιά το ‘22 που συστάθηκε και πάλι εξεταστική επιτροπή, γιατί δεν τα είπατε αυτά;». Πρώτον το 2022,  η κυβερνητική πλειοψηφία δεν είχε καταψηφίσει την πρόταση για εξεταστική επιτροπή, είχε ψηφίσει παρών άρα, δεν ήταν κατά ούτως ώστε να θέσει κάποιο παρεμπίπτον ζήτημα. Πρώτον. Δεύτερον, η υπόθεση από το 2022- γιατί άλλαξε η στάση μας;- μέχρι σήμερα ερευνάται ενδελεχώς από τη Δικαιοσύνη, η οποία έχει εκδώσει τρεις διατάξεις σε ανώτατο επίπεδο για την όποια εμπλοκή κρατικών λειτουργών, όπου έχει δώσει και για πολλά άλλα ζητήματα σαφέστατες απαντήσεις, νομικά τεκμηριωμένες που αδυνατούμε εκ του ρόλου μας -και αλίμονο αν ίσχυε το αντίθετο- να σχολιάσουμε και έχει εκδοθεί και μια πρωτόδικη απόφαση για τέσσερις ιδιώτες η οποία έχει εφεσιβληθεί και εκκρεμεί ο δεύτερος βαθμός. Δεν υπάρχει κάτι διαφορετικό, νέο, που να μην το ερευνά η Δικαιοσύνη. Κάποιο νέο δεδομένο που να οδηγεί, τέλος πάντων, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει η Εξεταστική. Τώρα, ως προς την επιπλέον, το 120-151, ζητήματα εθνικής ασφαλείας, εθνικής άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, υπάρχει και η εμπειρία από το 2022 μέχρι σήμερα, όπου η Αντιπολίτευση έχει αποδείξει, με την εμπειρία, μάλιστα, των προηγούμενων ημερών, ότι δεν σέβεται ούτε τους στοιχειώδεις κανόνες απορρήτου, εμπιστευτικότητας και μυστικότητας αυτών των συζητήσεων. Μιλάμε για την Υπηρεσία η οποία είναι αρμόδια, υπεύθυνη για την εθνική ασφάλεια της χώρας και, κ. Τάκη, κ. Μπαλτατζή, πιστέψτε με, έχει συμβάλλει τα μέγιστα χωρίς να μπορώ να γνωρίζω λεπτομέρειες, σε πολύ κρίσιμες επιχειρήσεις, ούτως ώστε να είμαστε ασφαλείς, που άπτονται και ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.

Για την συμπεριφορά των κομμάτων της αντιπολίτευσης

Καταρχάς και ο ίδιος ο Εκπρόσωπος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη προ ημερών, είχε στην πραγματικότητα ομολογήσει για ζητήματα εθνικής ασφαλείας, γιατί ακριβώς αυτό έχει να κάνει με την ΕΥΠ. Και το ξαναλέω: Η ΕΥΠ, οι αρμοδιότητές της, όπως πολύ αναλυτικά τα παρέθεσε ο κ. Βορίδης, εφάπτονται όλων όσων αναφέρει το άρθρο του κανονισμού της Βουλής για αναγκαιότητα πλειοψηφίας 151 εδρών. Το βασικό, όμως, επιχείρημα δεν είναι το τι μας έδειξε η Αντιπολίτευση ως στάση τα τελευταία χρόνια. Αυτό ήταν ένα επιπλέον επιχείρημα. Το ξαναλέω: Το 2022 εμείς δεν ήμασταν κατά της Εξεταστικής, ούτως ώστε να θέσουμε ένα παρεμπίπτον ζήτημα. Εμείς ψηφίσαμε «παρών», έγινε η Εξεταστική, έπρεπε να γίνει μια εξεταστική, που οδήγησε όπου οδήγησε. Από εκεί και πέρα, η Δικαιοσύνη ανέλαβε και πλέον θεωρούμε, όντες κατά και επί της ουσίας αλλά και επί του νομικού, ότι η όποια απόφαση έπρεπε να ληφθεί με τους 151 για τους λόγους που παρέθεσε ο κ. Βορίδης και τους υιοθετούμε πλήρως και τους επαναλαμβάνω κι εγώ για να συζητήσουμε και κάτι άλλο».

Σύμφωνα με τα οριζόμενα για σύσταση Εξεταστικής, ποιο είναι το παρεπίμπτον, όταν τίθεται ζήτημα εθνικής άμυνας, ή εξωτερικής πολιτικής δεν αρκεί η μειοψηφία, αλλά απαιτείται πλειοψηφία. Αυτό λέμε εμείς. Δεν είναι ότι δεν δύναται να συσταθεί Εξεταστική επιτροπή, αλλά ότι συστήνεται με απόφαση πλειοψηφίας. Αυτό είπαμε. Εμείς δεν την μπλοκάραμε. Θέσαμε ένα θέμα με νομικά επιχειρήματα με βάση το οποίο έπρεπε να υπάρχουν 151 ψήφοι για να περάσει. Αυτή ήταν η θέση μας. Ψηφοφορία θα γινόταν δηλαδή.-

Δεν είναι μόνο νομικές αντιφάσεις. Μόνο στον τίτλο της, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ λέει για εικαζόμενη συμμετοχή της ΕΥΠ στην υπόθεση. Ένα ερώτημα απλό, που το έβαλε και ο κ. Βορίδης: Η προστασία εδαφικής ακεραιότητας έχει σχέση με την εθνική άμυνα ή όχι; Προφανώς και έχει. Η προστασία εθνικών στρατηγικών, συμφερόντων, στρατιωτικών έχουν σχέση με την εθνική άμυνα; Αφού μιλάνε, λοιπόν, για παράνομες παρακολουθήσεις στρατιωτικών κλπ. κλπ., όλα αυτά δεν άπτονται ή ενδέχεται να άπτονται ζητήματα εθνικής ασφαλείας και άμυνας;

Σχετικά με τον ρόλο των προανακριτικών και εξεταστικών επιτροπών

Και ποιος είπε, ότι εμείς αρνούμαστε τον ρόλο της Βουλής; Το ότι θέτουμε ένα νομικό και ουσιαστικό θέμα επί τη βάσει του οποίου πρέπει να υπάρχει μία Α και όχι μία Β πλειοψηφία με βάση τα όσα ορίζουν οι νόμοι, σημαίνει ότι απαξιώνουμε τον ρόλο της Βουλής; Ξέρετε πολλές κυβερνήσεις να έχουν δώσει δικαίωμα στη μειοψηφία, του οποίου έχει γίνει χρήση, για εξεταστική; Εμείς το δώσαμε το δικαίωμα. Ξέρετε πολλές κυβερνήσεις να έχουν εκμηδενίσει τις εκπρόθεσμες τροπολογίες; Ξέρετε πολλές κυβερνητικές πλειοψηφίες να έχουν παραπέμψει, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, δύο διατελέσαντες Υπουργούς, τον κύριο Καραμανλή και τον κύριο Τριαντόπουλο, στον φυσικό Δικαστή για να κριθούν; Επίσης, σας θυμίζω, ότι για να μπορούν να συζητούνται όλες αυτές οι ποινικές προεκτάσεις των διατελεσάντων υπουργών από το 2019 και μετά, η δική μας κυβερνητική πλειοψηφία, με τη συνδρομή των ψήφων και άλλων κομμάτων, κατήργησε την αποσβεστική προθεσμία. Όλα αυτά παραπέμπουν σε απαξίωση των θεσμών και της Βουλής ή σε ενίσχυσή τους; Εδώ, έχει επιχειρήματα η Κυβέρνηση και άλλοι φωνάζουν και αποχωρούν. Αυτή είναι η διαφορά μας. Η πολιτική κρίνεται επί επιχειρημάτων, μέσα από την πολιτική αντιπαράθεση.

Σχετικά με το ενδεχόμενο κατάθεσης πρότασης δυσπιστίας από το ΠΑΣΟΚ

Λοιπόν, καταρχάς καλοδεχούμενη. Γιατί θα μας δοθεί η ευκαιρία να συζητήσουμε επί συνόλου. Άλλο αν η αντιπολίτευση κραυγάζει, εδώ και στον προϋπολογισμό κραυγάζει. Εμείς θα συζητήσουμε επί της πρότασης αυτής του ΠΑΣΟΚ αν κατατεθεί. Αν κατατεθεί, εδώ είμαστε να τα πούμε όλα. Αλλά γιατί θεωρώ ότι αυτό που θέλει η κοινωνία είναι την προγραμματική αντιπαράθεση επί πεπραγμένων και κοστολογημένων αντιπροτάσεων που δεν έχει η αντιπολίτευση και δυστυχώς ούτε το ΠΑΣΟΚ. Αλλά με βάση αυτό το οποίο μου είπατε, δηλαδή ότι όχι απλά την καταθέτουν, αλλά θέλουν να ευδοκιμήσει, ούτως ή άλλως όταν καταθέτεις μία πρόταση αυτός είναι ο στόχος σου, τι ζητάνε, κύριε Τάκη; Ζητάνε εκλογές. Πάρα πολύ ωραία, ζητάνε εκλογές. Εμείς έχουμε πει το 2027. Ζητάνε εκλογές, ενώ δεν ξέρουν αν θα είναι δεύτεροι με βάση και τις δημοσκοπήσεις και έχουν μεγάλη απόσταση από το πρώτο κόμμα. Και οι ίδιοι έχουν δηλώσει ότι καλύτερα ακυβερνησία, έτσι έχουν πει στο συνέδριό τους, είναι η θέση Δούκα που έγινε θέση ΠΑΣΟΚ, παρά μία κυβέρνηση η οποία μπορεί να έχει μέσα την «κακιά δεξιά», όπως μας ονομάζουν, με άλλα διάφορα κοσμητικά επίθετα. Χωρίς πρόγραμμα, εγώ δεν θυμάμαι κάποιο κοστολογημένο πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ, ούτε στο συνέδριο, ούτε τις τελευταίες μέρες, κάποιες αοριστίες έχουν ακουστεί και κάποιες επικίνδυνες προτάσεις όπως η τετραήμερη εργασία, που στη συνέχεια τη μάζεψαν και είπαν «δεν, ναι, δεν εννοούσαμε για όλα, για παντού, έχει προϋποθέσεις, δεν είναι για όλους τους κλάδους». Σας παραπέμπω στην αρχική πρόταση του κυρίου Ανδρουλάκη, γιατί λένε πάρα πολλά ψέματα, η αρχική πρόταση πάντως του κυρίου Ανδρουλάκη δεν είχε καμία προϋπόθεση για κανέναν συγκεκριμένο κλάδο. Έχω μπροστά μου την πρότασή του την οποία έκανε, αν δεν κάνω λάθος, 29 Απριλίου στον λογαριασμό του στο Χ. Οπότε, καταλήγω: ζητάνε κάτι το οποίο δεν μπορούν να υποστηρίξουν. Δικαίωμά τους. Κοινοβουλευτικό τους δικαίωμα, να βρουν τις  υπογραφές. Εδώ είμαστε, λοιπόν, εφόσον το καταθέσουν, όπως λένε από βδομάδα, να τα συζητήσουμε όλα στη Βουλή. Και για να μην αφήνω κάτι αναπάντητο για άλλη μια φορά θα πάει «κουβά» μια πρόβλεψη περί της συνοχής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας και θα αποδειχθεί ότι είναι πιο η συνεκτική, συμπαγής, κοινοβουλευτική ομάδα, Κυβέρνηση δεύτερης τετραετίας.

Για τη σημερινή ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στη Βουλή

Η δική μας υποχρέωση και προτεραιότητα είναι να απαντάμε στην ατζέντα που θέτει η κοινωνία με πολιτικές, με παραδοτέα και με το να διορθώνουμε τα λάθη τα οποία ο κόσμος μας ζητάει να διορθώσουμε. Δεν είναι δική μας δουλειά να απαντάμε στην προσωπική ατζέντα κανενός. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια και ειδικά τους τελευταίους μήνες γίνεται όλο και περισσότερο τάση η προσωπική ατζέντα πρώην ή εν δυνάμει πολιτικών να μετατρέπεται είτε σε ένα κόμμα, είτε σε μια επίθεση, πολιτική επίθεση, είτε και στα δύο. Εδώ είμαστε να απαντάμε σημείο – σημείο όταν τίθεται κάτι επί της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά δεν είναι δουλειά της Κυβέρνησης, ούτε θα αναλώσει τον χρόνο της, ο οποίος πρέπει να αναλώνεται στο να απαντάμε επί πολιτικών, για να απαντάμε σε προσωπικές ατζέντες.

Για το αν «ισχύει το κανείς δεν περισσεύει» που «υιοθετήθηκε» στο 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας

Ισχύει το «κανείς δεν περισσεύει», ισχύει και παρά- ισχύει και ισχύει καθημερινά και ισχύει επί της ουσίας, αλλά η ουσία ποια είναι; Ότι δεν πρόκειται να βάλουμε «νερό στο κρασί» μας σε πολιτικές και στρατηγικές επιλογές οι οποίες έχουν ισχυροποιήσει και μεγαλώσει τη χώρα.

Να απαντήσω επί της ουσίας της πολιτικής. Η Ελλάδα ήταν μια χώρα παρίας, επαίτης, μαύρο πρόβατο και ρωτήστε ειδικά τους Έλληνες ομογενείς. Μια χώρα που είχε διώξει με τις επιλογές της, οι οποίες ξεκινάνε τη δεκαετία του ’80, του μαξιμαλισμού και της πλειοδοσίας, 700.000 νέους μέσα σε λίγα χρόνια, απ’ την ίδια τους τη χώρα. Η Κυβέρνηση λοιπόν αυτή, «νερό στο κρασί της», ειδικά στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, όπου μέσα σε 7 περίπου χρόνια έχουν γίνει όσα δεν έγιναν στα 45 υπόλοιπα της μεταπολίτευσης, δεν πρόκειται να βάλει. Ότι είναι όλοι ευπρόσδεκτοι και ειδικά όσοι έχουν ηγηθεί της παράταξης είναι κάτι παραπάνω από δεδομένο. Αλίμονο αν δεν ήταν. Αλλά όχι με το να μετατραπεί η Νέα Δημοκρατία σε ένα κόμμα, το οποίο να αναπαράγει μια ρητορική ακροδεξιών κομμάτων, μόνο και μόνο για να χαϊδεύει ακροατήρια, ενώ στο τέλος της ημέρας αυτό δεν υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα και το συμφέρον των πολιτών.

Εγώ δεν πρόκειται ποτέ να χαρακτηρίσω έναν άνθρωπο ο οποίος έχει ηγηθεί της χώρας και της παράταξης και ως Πρωθυπουργός συνέβαλε τα μέγιστα, συνέβαλε τα μέγιστα, ούτως ώστε η χώρα να κρατηθεί όρθια. Και ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που κάποιες τοποθετήσεις θεωρώ ότι αδικούν αυτή την πορεία. Γιατί, ξέρετε, ο κύριος Σαμαράς ήταν από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις πολιτικών που υπέστησαν τα χειρότερα των επιθέσεων των λαϊκιστών, της «πάνω και της κάτω πλατείας» και της ακροδεξιάς και της αριστεράς. Αλλά, προσέξτε. Το να μιλάμε για μειοδοσία, το να μιλάμε για μια επιζήμια ή υποχωρητική εθνική πολιτική, όταν επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει υπογραφεί ΑΟΖ με την Αίγυπτο, με την Ιταλία, έχει μεγαλώσει η χώρα στο Ιόνιο. Έχουμε θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, έχουμε τα πιο σύγχρονα εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία δεν τα φανταζόμασταν ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα. Όταν έχουμε αντιμετωπίσει τον Έβρο. Ξέρετε το να μιλάμε με συνθήματα και τώρα δεν απαντώ στον κύριο Σαμαρά, απαντώ στον οποιονδήποτε από το πολιτικό σύστημα θέτει τέτοια θέματα, είναι το μόνο εύκολο. Το να μιλάμε με πολιτικές και με αποτελέσματα είναι δύσκολο. Τριάντα χρόνια ποιος άλλος Έλληνας Πρωθυπουργός έθεσε ζήτημα άρσης του παράνομου casus belli; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το έθεσε.

Ως προς το «φρενοκομείο». Για τη διαπίστωση αυτή θα απαντήσουν οι πολίτες, αλλά θεωρώ ότι αν υπάρχει κάτι τέτοιο σε ένα μέρος τέλος πάντων του πολιτικού συστήματος ή της χώρας, ο τελευταίος που μπορεί να του αποδοθούν ευθύνες ως πολιτικός για αυτή την κατάσταση είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο τελευταίος. Τον έχουνε πει «προδότη», τον έχουνε πει «ενορχηστρωτή της συγκάλυψης», τον έχουν κατηγορήσει για το οτιδήποτε. Αυτές οι συμπεριφορές που μπορεί να παραπέμπουν όπου πιστεύει ο καθένας, εγώ δεν θα τις χαρακτηρίσω, είναι συμπεριφορές τις οποίες έχουμε υποστεί. Δεν τις έχουμε επιδιώξει, ούτε τέλος πάντων δημιουργήσει ως κλίμα.

Για τα εθνικά θέματα

Να τα πάρουμε από την ανάποδη σειρά, για να έρθουμε στα δικά μας. Καταρχάς, περιμένουμε να δούμε τι θα νομοθετηθεί. Ακόμα και να νομοθετηθεί κάτι, εφόσον μιλάμε, όπως φαίνεται, για επίπεδο εσωτερικής νομοθέτησης, εγχώριας νομοθέτησης, δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα σε επίπεδο Διεθνούς Δικαίου. (Δημοσιογράφος: Καλά, αυτό δεν λέει κάτι. Γιατί και το τουρκολιβυκό δεν παράγει, αλλά είναι εδώ.) Μην λέμε ότι δεν λέει κάτι, γιατί έτσι δίνουμε επιχειρήματα στην άλλη πλευρά, αν μου επιτρέπετε. Δεν λέει τίποτα από άποψη Διεθνούς Δικαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Γιατί κάποιοι «έξυπνοι» από τα άλλα πολιτικά κόμματα, λένε κάτι τέτοιο. Όχι. Και γιατί αυτό που λέω ισχύει; Γιατί επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη, περάσαμε από τα μεγάλα λόγια και τις ψευτοπατριωτικές κορώνες κάποιων, στα έργα και το αποτέλεσμα. Ποια είναι η πολιτική μας; Η πολιτική μας είναι μία πολιτική που πριν και πάνω απ’ όλα κινείται στη λογική του σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου. Ναι, πιστεύουμε στον διάλογο, πιστεύουμε στη συνεννόηση με δύο απαράβατους όρους. Πρώτος και κυριότερος, καμία υποχώρηση. Καμία υποχώρηση σε κυριαρχικά δικαιώματα, ζητήματα κυριαρχίας, εθνικές πάγιες γραμμές, «κόκκινες» γραμμές. Και ο δεύτερος όρος, κάθε μας κίνηση να μεγαλώνει και να ενισχύει ουσιαστικά τη χώρα. Τι λέει, λοιπόν, ο κ. Δένδιας, στην πραγματικότητα -που έχει σημασία το χαρτοφυλάκιό του, έχει άλλον ρόλο ο Υπουργός Άμυνας σε μία χώρα η οποία εξοπλίστηκε όσο ποτέ, γιατί πιστεύει στην ειρήνη, πιστεύει στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά έχει ενισχύσει την αποτρεπτική της δύναμη- λέει ότι τα «ήρεμα νερά» στην πραγματικότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Και δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε συνεπάγονται αφέλεια και υποχωρητικότητα.

Σχετικά με την παρουσίαση του κόμματος Καρυστιανού, για το σύνθημα που ακούστηκε και την απάντησή της

Δεν θέλω να σχολιάσω το δεύτερο σκέλος, αρκετά πέρασε και πλήρωσε η χώρα από την πάνω και κάτω πλατεία. Και νομίζω ότι δεν έλυσαν οι εκπρόσωποι κανενός μέρους της πλατείας κανένα πρόβλημα των πολιτών. Από εκεί και πέρα, Δημοκρατία έχουμε, έχει δικαίωμα κάθε συμπολίτης μας είτε να είναι υποψήφιος σε ένα κόμμα, είτε να κάνει κόμμα. Επαναλαμβάνω αυτό που είπα πριν από λίγο: Εμείς απαντάμε στη ατζέντα που θέτει η κοινωνία. Και ενώ παρακολουθούμε κάθε πολιτική εξέλιξη, δεν μας ενδιαφέρει να μπούμε σε διαδικασία σχολιασμού της προσωπικής ατζέντας του οποιοδήποτε ή της οποιασδήποτε, η οποία μετατρέπεται σε κόμμα ή επιθετική ομιλία ή και τα δύο.

Copyright © 2023-2026 - Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης & Επικοινωνίας, All Rights Reserved, Media.Gov.gr