Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην εκπομπή Ώρα Ελλάδος στο OPEN
Συνέντευξη του Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικού Εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην εκπομπή Ώρα Ελλάδος στο OPEN με τους δημοσιογράφους Μάνο Νιφλή και Γιάννη Κολοκυθά
Για το νέο κόμμα Τσίπρα
Το ένα είναι ότι άλλαξε απλά το περιτύλιγμα, όπου περιτύλιγμα το όνομα του κόμματος, δεν είδαμε κάτι διαφορετικό. Είδαμε τον ίδιο πρώην πρωθυπουργό και πρώην αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο οποίος προσπάθησε με ένα rebranding, το οποίο κορυφώθηκε με τη χθεσινή εκδήλωση, να επανέλθει αλλάζοντας το όνομα του κόμματος και όλη την υπόλοιπη ας πούμε, διαδικασία που «ντύνει» αυτή την παρουσίαση. Και το δεύτερο είναι η ίδια, ίσως και πιο έντονη- με έναν προσεκτικό ίσως τρόπο που το παρουσίασε – ρητορική αναπαραγωγής των πιο διχαστικών και οπισθοδρομικών συνθημάτων του χθες. Ο κόσμος ζητάει και από εμάς με την κριτική που μας κάνει η χώρα να πάει μπροστά. Να φύγουμε μπροστά. Να απαντήσουμε στα πολλά προβλήματα που όλοι αντιμετωπίζουν και στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, κάθε χώρα έχει τα δικά της προβλήματα, με πολιτικές. Θεωρώ ότι έχουμε καταφέρει αρκετά, πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Δηλαδή να αυξήσουμε ταχύτητα. Ο κ. Τσίπρας επενδύει στην «όπισθεν». Στο να γυρίσουμε πίσω. Ήταν ξεκάθαρο αυτό. Τώρα βέβαια, στο τέλος της ημέρας όλοι μας κρινόμαστε από τους πολίτες. Δεν χρειάζεται ούτε εγώ να υποτιμήσω κάποια κίνηση, ούτε να την υπερτιμήσω. Οι πολίτες θα μας κρίνουν όλους. Και τον κ. Τσίπρα και εμάς και κάθε υποψήφιο, τέλος πάντων, είτε ως κόμμα είτε μεμονωμένα.
Για το αν σε περίπτωση εκλογών και με βάση τα σημερινά δημοσκοπικά δεδομένα αν η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα, χωρίς αυτοδυναμία, και το κόμμα του κ. Τσίπρα δεύτερο, θα απευθυνθεί ο κ. Μητσοτάκης στον κ. Τσίπρα για τον σχηματισμό Κυβέρνησης
Με τα σημερινά δεδομένα. Πολύ σύντομα δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, έχουμε έναν χρόνο μπροστά μας, όπου από εκεί θεωρώ θα κριθεί το «παιχνίδι» για εμάς και από αυτό τον χρόνο και από τα υπόλοιπα τρία χρόνια μέχρι σήμερα, δηλαδή από το 2023 μέχρι σήμερα, δηλαδή πόσο αποτελεσματικοί θα είμαστε και πόσο συνεπείς σε αυτά που λέγαμε το 2023. Αυτή για μένα είναι η κυριότερη συζήτηση που αφορά την Κυβέρνηση αλλά και την κοινωνία, τους πολίτες, τους ψηφοφόρους. Και, βέβαια, τι θα παρουσιάσουμε ως πρόγραμμα και ως προτεραιότητες για την επόμενη τετραετία.
Το δεύτερο που θέλω να πω, είναι ότι με βάση και όσα έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα, αλλά και τη διαμορφωθείσα κατάσταση στην Αντιπολίτευση, για εμάς η αυτοδυναμία είναι μονόδρομος και ο μοναδικός στόχος. Δεν θεωρώ ότι είναι κάτι απίθανο, δεν θεωρώ ότι είναι και κάτι αυτονόητο προφανώς. Και το 2023 υπήρχε απόσταση με βάση τις δημοσκοπήσεις, επετεύχθη. Μπορεί να τα καταφέρουμε ξανά, μπορεί και όχι. Στο τέλος της ημέρας, αυτό θα το ξέρουμε μόνο με βάση τη λαϊκή ετυμηγορία. Οι Έλληνες πολίτες θα αποφασίσουν. Και απαντώντας στην ουσία του ερωτήματός σας, ο κ. Τσίπρας εκπροσωπεί το εντελώς αντίθετο από αυτό που θεωρώ ότι ζητάει η κοινωνία, εν πάση περιπτώσει, από αυτό το οποίο πρεσβεύουμε εμείς. Άρα, κάτι τέτοιο θα ήταν τόσο αντιφατικό, τόσο ουτοπικό, που δεν νομίζω ότι έχει καν νόημα να το συζητήσουμε. Ούτε καν ως μία θεωρία. Είναι ανέφικτο, όπως και με οποιοδήποτε άλλο κόμμα το οποίο βρέθηκε με διάφορες εκδοχές, είτε ο ενιαίος ΣΥΡΙΖΑ, είτε η ακροδεξιά, το κομμάτι της ακροδεξιάς, που συγκυβέρνησε με τον Τσίπρα, με τη λογική της πάνω και της κάτω πλατείας.
Τι θέλω να πω; Θεωρώ ότι υπάρχουν δύο λογικές και δεν το λέω διχαστικά. Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία του κ. Τσίπρα: «Ή εμείς ή αυτοί». Αυτά νομίζω ότι μας έχουν πάει πολλά χρόνια πίσω. Υπάρχουν δύο λογικές σε αυτή την χώρα. Τη ζήσαμε, δυστυχώς, την πρώτη λογική ως κρατούσα άποψη και κάποιες φορές την υπηρέτησε και το δικό μας κόμμα, κάποιες περιόδους, αλλά σίγουρα δεν την δημιουργήσαμε εμείς: Η λογική του μαξιμαλισμού, της πλειοδοσίας, των εύκολων υποσχέσεων, του λαϊκισμού, το να δώσουμε λεφτά, όσα παραπάνω μπορούμε, ή να τάξουμε υποθηκεύοντας τις επόμενες γενιές, παράλληλα με μια ρητορική: ή εμείς ή αυτοί. Αυτή τη λογική δεν την ξεκίνησε ο κ. Τσίπρας, μη του ρίχνουμε όλο το ανάθεμα, αλλά ήταν ένας γνήσιος εκφραστής της κι έτσι κατάφερε και εξελέγη Πρωθυπουργός. Εμείς πιστεύουμε στην εντελώς αντίθετη λογική κάνοντας την αυτοκριτική μας».
Για το αν είναι μονόδρομος μια συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ
Θα σας πω, δεν θα αποφύγω να απαντήσω. Εμείς εκφράζουμε την εντελώς άλλη λογική από του κ. Τσίπρα, από του ΠΑΣΟΚ του ’80, από της ακροδεξιάς, του να μειώνουμε τα βάρη από τους πολίτες, να μειώνουμε το χρέος, να αυξάνουμε τα φορολογικά έσοδα μειώνοντας τους φορολογικούς συντελεστές και όσο μπορούμε, όσο πιο γρήγορα, να γυρίζουμε πίσω στην κοινωνία, κυρίως με φοροελαφρύνσεις, όλα όσα στερήθηκε. Τώρα πάω στην ουσία. Επιμένω ότι μοναδικός μας στόχος είναι η αυτοδυναμία. Έχω πει ξανά, το είχε πει και ο Πρωθυπουργός, ότι δεν υπάρχουν δεύτερες και τρίτες εκλογές. Δεν είναι οι βουλευτικές εκλογές διαδικασία πολλών γύρων ή δύο γύρων, όπως οι αυτοδιοικητικές. Αν και τώρα με μια νομοθέτηση θα αλλάξει και αυτό και ο δεύτερος γύρος θα γίνεται στον πρώτο. Θα ψηφίζει ο κόσμος, δηλαδή, δυο επιλογές. Οι βουλευτικές εκλογές είναι μια διαδικασία, μία ημέρα και εκεί θεωρώ, το βράδυ αυτό, ελπίζω με αυτοδυναμία, ο τόπος να έχει κυβέρνηση με όποια και να είναι αυτή η απόφαση. Επιμένουμε σε αυτό. Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, η ίδια η κατάσταση, η ίδια η στάση των κομμάτων, γιατί είναι το μόνο κόμμα που θα μπορούσαμε να μπούμε σε μια διαδικασία να συζητήσουμε, με βάση το παρελθόν και τα μεγάλα στα οποία συμφωνήσαμε -κρατήσαμε μαζί με το ΠΑΣΟΚ τη χώρα μας στην Ευρώπη, όταν ο κ. Τσίπρας, αν δεν είχε τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, θα την έδιωχνε εκτός Ευρώπης. Θυμίζω ότι τώρα είμαστε στην Ευρώπη λόγω των τότε βουλευτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Δεν θα είχαμε ούτε Ταμείο Ανάκαμψης, ούτε ευρωπαϊκά -τέλος πάντων- στήριξη για την πανδημία, ούτε πολλά άλλα τα οποία μπορεί να τα θεωρούμε αυτονόητα, αλλά δεν είναι και τόσο.
Θεωρούμε ότι ο μόνος ρεαλιστικός στόχος είναι η αυτοδυναμία
Με το ΠΑΣΟΚ, κυρίως με το ΠΑΣΟΚ του ’80, που γέννησε αυτήν τη λογική των εύκολων λύσεων, μας χωρίζει άβυσσος, ιδεολογικά, πολιτικά. Όμως, για να είμαστε δίκαιοι, όταν η χώρα χρειάστηκε μια σοβαρότητα και μια υπευθυνότητα και επί των ημερών του Βαγγέλη Βενιζέλου και επί των ημερών της αείμνηστης Φώφης Γεννηματά, το ΠΑΣΟΚ ήταν στη σωστή πλευρά της ιστορίας μαζί με τη Νέα Δημοκρατία. Λοιδορήθηκε, όπως και οι βουλευτές και οι ψηφοφόροι και τα μέλη της Νέας Δημοκρατίας από την «πλατεία». Όμως, το αποτέλεσμα ήταν ότι έβαλε τη χώρα -και η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, τότε- πάνω από το κόμμα, ο καθένας το δικό του κόμμα. Τώρα, ένα κόμμα το οποίο δεν ψηφίζει τον κύριο Στουρνάρα, τον υπουργό Οικονομικών της περιόδου που η Ελλάδα με πολύ δύσκολες αποφάσεις κατάφερε και κρατήθηκε όρθια, συνυπογράφει προτάσεις δυσπιστίας με την κυρία Κωνσταντοπούλου, υιοθετεί μια ρητορική, ένα μέρος μιας ρητορικής, περί συγκάλυψης και ξυλολίων. Ε, αυτό το ΠΑΣΟΚ που παίρνει απόφαση στο συνέδριο, με ποιον δεν θα κυβερνήσει, ενώ, δεν παίρνει μια απόφαση πώς θα κυβερνήσει, με ποιους θα κυβερνήσει, απαντάει από μόνο του σε αυτό το οποίο λέω εγώ. Εμείς λοιπόν δεν έχουμε αυτοσκοπό να είμαστε αυτοδύναμοι. Θεωρούμε ότι είναι ο μόνος ρεαλιστικός στόχος και θα είναι ο μόνος μας στόχος. Αλλά, δεν βάζουμε πάνω από όλα και από όλους αυτόν τον στόχο. Το ΠΑΣΟΚ τι είπε; «Καλύτερα ακυβερνησία, το είπε ο κύριος Δούκας και το υιοθέτησε και το ΠΑΣΟΚ, παρά οποιαδήποτε συζήτηση». Εγώ επιμένω και λέω: έχουμε ένα χρόνο μπροστά μας, πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, να παλέψουμε για την αυτοδυναμία… Ο καθένας έχει το δικό του στόχο. Να παλέψουμε για την αυτοδυναμία και από κει και πέρα, δεν έχουμε θεωρώ δεύτερες και τρίτες εκλογές, αλλά έχουμε χρόνο να τα δούμε αυτά. Ειδικά όταν μπούμε στην προεκλογική περίοδο.
Σχετικά με δηλώσεις για το θέμα των υποκλοπών
Εγώ δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να σχολιάσω κάθε δήλωση ξεχωριστά, ειδικά όταν μιλάμε για έναν πρώην πρωθυπουργό. Επί της ουσίας του θέματος, δεν το έχουμε υποτιμήσει. Έχει τη σοβαρότητα που έχει και δεν προσπαθούμε να μειώσουμε την αξία της συζήτησης. Όμως αυτό δεν αναιρεί δύο δεδομένα. Το ένα δεδομένο είναι ότι την υπόθεση αυτή τη χειρίζεται η Δικαιοσύνη και μάλιστα εδώ και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και έχει εκδώσει μια σειρά από αποφάσεις και σε ανώτατο επίπεδο και σε επίπεδο πρώτου βαθμού ως προς την δίκη των τεσσάρων ιδιωτών. Άρα, απ’ τη στιγμή που κάτι το αναλαμβάνει η Δικαιοσύνη, θεωρώ ότι η εκτελεστική και η νομοθετική εξουσία οφείλουν να σεβαστούν τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης. Αυτό θεωρώ ότι συμβαίνει σε όλες τις πολιτισμένες Δημοκρατίες του κόσμου. Και το δεύτερο δεδομένο είναι, ότι η αντιπολίτευση, εγώ δεν θα αναφερθώ στον κύριο Καραμανλή, γιατί ο κύριος Καραμανλής είναι ένας πρώην πρωθυπουργός που έχει το δικαίωμα να λέει ό,τι πιστεύει σε κάθε εμφάνιση που κάνει.
Για την στάση της Αντιπολίτευσης
Η αντιπολίτευση, νομίζω είναι φως φανάρι αυτό, ελλείψει προγραμματικού λόγου και κοστολογημένων προγραμματικών θέσεων, επιχειρεί, νομίζω με μεγάλη αποτυχία, να στρέψει τη συζήτηση μονοθεματικά, εμμονικά, σε κάποια ζητήματα τα οποία διερευνά η Δικαιοσύνη. Δεν είναι μόνο οι υποκλοπές. Να σας θυμίσω τη στάση του κυρίου Ανδρουλάκη και του ΠΑΣΟΚ και των άλλων κομμάτων στο θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ. Τι λέγανε; Ότι είμαστε κυβέρνηση υποδίκων, είχαν καταδικάσει στην πραγματικότητα τους βουλευτές, είχαν σίγουρα προεξοφλήσει την άσκηση ποινικής δίωξης λέγοντας ότι είμαστε κυβέρνηση υποδίκων. Δείτε τι γράφει, όπως τα λέει σήμερα το πρωί ο συνάδελφός μου, ο κύριος Δημητρακόπουλος, η έκθεση Τυχεροπούλου. Η κυρία Τυχεροπούλου κάθε άλλο παρά ένα πρόσωπο φίλα προσκείμενο στην κυβέρνηση είναι. Μια υπηρεσιακή παράγοντας, της οποίας ζητήθηκε η υπηρεσιακή άποψη για την ενδεχόμενη ζημία, η οποία προέκυψε από τις κατηγορίες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε κάποια πρόσωπα. Ακόμα δεν υπάρχει ούτε καν ποινική δίωξη. Αυτά τα οποία είπε η κυρία Τυχεροπούλου, κατόπιν του αιτήματος άρσης ασυλίας, είναι εντελώς διαφορετικά από την εντύπωση που είχαμε για αρκετά πρόσωπα πριν. Εγώ δεν καταδικάζω, ούτε αθωώνω κανέναν. Υπάρχει βέβαια περίπτωση, όπως του κυρίου Μηταράκη, που φαίνεται ότι δεν υπάρχει καθόλου ζημία, με βάση την επίσημη έκθεση. Όλα θα τα απαντήσει η Δικαιοσύνη. Αλλά προσέξτε, το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ, όπως έκανε και στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, όπως κάνει στις υποκλοπές, όπως κάνει στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αντί να πει το απλό: «Παιδιά, το έχει αναλάβει η Δικαιοσύνη. Περιμένουμε από τη Δικαιοσύνη τις απαντήσεις της. Εμείς συνεχίζουμε να αντιπαρατιθέμεθα πολιτικά», προσπαθεί να μετατρέψει τη Βουλή, το κανάλι αυτό που είμαστε, ένα άλλο κανάλι, οτιδήποτε, σε δικαστήριο. Να γίνουν οι βουλευτές των κομμάτων αυτών εισαγγελείς και δικαστές για να μην συζητάμε τα υπόλοιπα ζητήματα. Αυτό είναι το μοτίβο.
Για το αν η Κυβέρνηση είχε την ίδια στάση για το ακίνητο Ανδρουλάκη
Όχι κύριε Νιφλή, δεν το κάναμε. Δεν το κάναμε. Το γεγονός ότι επισημάναμε ότι ούτε είδαμε ή τέλος πάντων δεν ήμασταν εμείς αυτοί που θα δούμε το όποιο νομικό θέμα, είναι εντελώς διαφορετικό. Και είπαμε ότι υπάρχει ένα ηθικό ζήτημα σε μια διάσταση την οποία ψέξαμε εφόσον ερωτηθήκαμε, όσα κυβερνητικά στελέχη ερωτηθήκαμε, χωρίς να γίνουμε δικαστές. Αυτός που γίνεται δικαστής ή εισαγγελέας θέτει νομικά θέματα. Όταν κατηγορείς τον Πρωθυπουργό της χώρας ότι είναι ο «αρχι-ενορχηστρωτής της συγκάλυψης» ενός τραγικού δυστυχήματος, δεν του κάνεις πολιτική κριτική, δεν του μιλάς για ηθικά ζητήματα… Του απευθύνεις κατηγορίες… μισό λεπτό, εγώ δεν δέχομαι… σε καμία περίπτωση…όχι, όχι, ίσα-ίσα, αυτή την ισοπέδωση προς τα κάτω δεν την δέχομαι. Η Κυβέρνηση όχι… Το αντίθετο λέω. Το αντίθετο καταλάβατε από αυτό που είπα. Ο κ. Ανδρουλάκης, ο κ. Φάμελλος που ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και πήγε να συνδέσει το θάνατος ενός νέου ανθρώπου με τον Πρωθυπουργό της χώρας, μέσω ερωτημάτων. Ο κ. Ανδρουλάκης που μας έχει κατηγορήσει ότι είμαστε εγκληματική οργάνωση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, που έχει πει ότι είμαστε ενορχηστρωτές της συγκάλυψης, όλοι αυτοί κάνουν τους εισαγγελείς, απευθύνουν σοβαρές ποινικές κατηγορίες. Υποκαθιστούν τον ρόλο της Δικαιοσύνης και κατά βάση πάνε στον «κουβά» αυτά που λένε, αλλά εν πάση περιπτώσει η δικαιοσύνη κρίνει. Εμείς δεν κάναμε ποτέ τους εισαγγελείς. Εμείς δεν κάνουμε τους εισαγγελείς ούτε για το ακίνητο, ούτε για τίποτα.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ
Είπα εγώ ότι στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν υπάρχει ποινική διάσταση για κάποια πρόσωπα, τα οποία ερευνά η Δικαιοσύνη; Μα κύριε Κολοκυθά πέντε χιλιάδες ΑΦΜ πριν έρθει καν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχαν σταλεί από τις πολιτικές ηγεσίες της Νέας Δημοκρατίας στη Δικαιοσύνη για ζητήματα παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων. Γεννηθήκαμε το 2019 ή το 2021 στην Ελλάδα; Σε μια χώρα που είχε πληρώσει 3 δισεκατομμύρια, δηλαδή ο φορολογούμενος, για παράνομες αγροτικές επιδοτήσεις, ως πρόστιμα τα 3 δισεκατομμύρια, κάποιοι ανακάλυψαν τον «τροχό» ή την «Αμερική» το ’21; Και επίσης η κάθε επιτυχία της ΔΑΟΕ γιατί να χρεώνεται στην Κυβέρνηση, αντί να πιστώνεται η Κυβέρνηση ότι επί των ημερών της, με τις παραλείψεις και τα λάθη που έχουν γίνει, οι υπηρεσίες λειτουργούν και όλοι οι μπαταχτσήδες, είτε αυτό έχει να κάνει με εγκληματική δραστηριότητα στον αγροτικό τομέα, είτε οπουδήποτε, γιατί μπαταχτσήδες υπάρχουν παντού, όπως και καλοί υπάρχουν παντού, πλέον πιάνονται, συλλαμβάνονται. Αυτό δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να το χρεώνεται η Κυβέρνηση και να μην το πιστώνεται;
Για το αν η Ελληνική Κυβέρνηση θα προσφύγει στα ευρωπαϊκά όργανα σχετικά με το νομοσχέδιο που φέρνει η Τουρκία για την «γαλάζια πατρίδα»
Για αρχή, για αρχή πρέπει να δούμε τελικά τι θα ψηφιστεί. Έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί το να κάνουμε εξωτερική πολιτική επί τη βάση φημών και δημοσιευμάτων δεν είναι και το πιο υπεύθυνο και επωφελές για τη χώρα μας και για καμία χώρα. Έχουμε πει, χωρίς ακόμα να έχουμε δει την τελική νομοθέτηση, ότι οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα επί τη βάση του Διεθνούς Δικαίου, άρα είναι μία ενέργεια η οποία γίνεται για να γίνει και έχουμε πει παράλληλα σε όλα τα επίπεδα, ότι δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Το να παρουσιάζουμε τα όπλα μας πριν καλά-καλά δούμε τι θα ψηφιστεί μόνο και μόνο για να είμαστε συμπαθείς στον κόσμο και να «αγκαλιάσουμε» κάποια ακροατήρια δεν μας κάνει εθνικά υπεύθυνους. Εμείς είμαστε η Κυβέρνηση του τόπου, εκπροσωπούμε το σύνολο των πολιτών και είμαστε εδώ για να υπερασπιζόμαστε τα εθνικά συμφέρονται και όχι για να γινόμαστε δημοφιλείς. Θέλουμε να έχουμε αποδοχή λόγω των αποτελεσμάτων μας, όχι λόγω της ρητορικής. Και ξέρετε από λόγια χορτάσαμε. Όχι, δεν επιφυλασσόμαστε. Περιμένουμε να δούμε τι ακριβώς θα γίνει, γιατί υπάρχουν διάφορες φωνές στην Τουρκία, έχουμε όλα τα όπλα στη φαρέτρα μας. Έχουμε αποδείξει ότι δεν είμαστε η Κυβέρνηση που λέει πολλά, αλλά είμαστε η Κυβέρνηση που κάνει πολλά και ουσιαστικά. Γιατί ξέρετε κάτι; Όλοι, οι Έλληνες είμαστε και ήμασταν και είμαστε αντίθετοι στο παράνομο casus belli και όλοι οι Πρωθυπουργοί, αλλά ο πρώτος Πρωθυπουργός που 30 χρόνια μετά έθεσε θέμα άρσης του casus belli σε συγκεκριμένα ζητήματα, δηλαδή πάνω το έβαλε, ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Όλοι ήθελαν να πάμε στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, αλλά επί Μητσοτάκη πήγαμε. Όλοι ήθελαν ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο ή Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, αλλά επί Κυβέρνησης Μητσοτάκη έγιναν αυτά. Ξέρετε, ας έχει ο κόσμος εμπιστοσύνη και νομίζω ότι έχει κατά πλειοψηφία, σε μια Κυβέρνηση που δεν θέλει να ανέβει δημοσκοπικά πρόσκαιρα, χρησιμοποιώντας ψευτοπατριωτικές «κορώνες», αλλά θέλει να προχωράει η χώρα και να μεγαλώνει ουσιαστικά πάνω σε στέρεα βήματα. Η εξωτερική πολιτική δεν είναι μία άσκηση δημοφιλίας. Είναι η πιο σοβαρή ίσως, από τα πολλά σοβαρά που έχει να κάνει η Κυβέρνηση, άσκηση.
Για το αν έχουμε «ήρεμα νερά» με την Τουρκία
Εμείς επιδιώκουμε τον διάλογο με όλους μας τους γείτονες, γιατί ο διάλογος έως τώρα μόνο έχει δώσει και σίγουρα δεν έχει στερήσει, ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να συζητήσουμε καν κυριαρχικά δικαιώματα, ζητήματα κυριαρχίας και κόκκινες γραμμές. Κοιτάξτε να δείτε. Δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε σημαίνει ότι, επειδή επιδιώκουμε μία φάση διαλόγου με το τον γείτονά μας, ότι είμαστε αφελείς, ούτε καν υποχωρούμε. Όλα αυτά είναι σαφή και τα έχουμε αποδείξει. Αλλά αν κάποιοι έχουν διαφορετική άποψη, πρέπει αυτή τη διαφορετική άποψη, και δεν αναφέρομαι ούτε στον κ. Σαμαρά ούτε στον κ. Καραμανλή, οποιοσδήποτε το λέει, να το συνοδεύσει με μία συγκεκριμένη στρατηγική. Η δικιά μας στρατηγική ισχυροποιεί τη χώρα, την ενδυναμώνει. Δεν διαπραγματευόμαστε το οτιδήποτε συνιστά ζήτημα κυριαρχίας ή «κόκκινων» γραμμών ή κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και ναι, επιδιώκουμε να συνομιλούμε, χωρίς να υποχωρούμε. Αυτό είναι μία καθαρή θέση, που θεωρώ ότι ενισχύει τη χώρα. Η όποια άλλη θέση, για να έχει αρχή, μέση και τέλος, πρέπει να περιγραφεί.
Το link της συνέντευξης: https://youtu.be/IoscCKRC154